Είδαμε την όπερα “Λουτσία ντι Λαμμερμούρ” στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Από την/τον Kώστας Καρασαββίδης | 23 Μαρτίου 2018

premera-loytsia-1813pp-x-akribiadhs

Η Λουτσία ντι Λαμμερμούρ του Γκαετάνο Ντονιτσέττι αναμφίβολα υπήρξε η πιο αναμενόμενη παραγωγή του φετινού προγραμματισμού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, τόσο γιατί είχε να παρουσιαστεί από την ΕΛΣ 37 χρόνια, όσο και επειδή αποτελεί συμπαραγωγή με την Βασιλική Όπερα του Λονδίνου (ROH). Αυτήν τη φορά η ΕΛΣ κέρδισε το στοίχημα και δεν διέψευσε τις προσδοκίες του κοινού, αφού στη Λουτσία που παρουσίασε η Κέιτι Μίτσελ υπήρξε εξαίσια στη σκηνοθετική γραμμή που ακολούθησε και η Χριστίνα Πουλίτση ερμήνευσε τον ομώνυμο ρόλο αριστουργηματικά.

Σε μια όπερα γραμμένη το 1835 και βασισμένη σε ένα γοτθικό μυθιστόρημα του Ουώλτερ Σκοτ, η Μίτσελ προσπάθησε να ερμηνεύσει σε μια σύγχρονη σκηνοθετική γλώσσα τον πρωταρχικό λόγο για την απεγνωσμένη κατάσταση της Λουτσία που θα την οδηγήσει στην τρέλα. Για τον σκοπό αυτό, οραματίστηκε ένα σκηνικό (δια χειρός Βίκι Μόρτιμερ) που ήταν ευρηματικό. Χωρισμένο στα δύο, ο θεατής παρακολουθούσε την εξέλιξη της όπερας στο ένα, ενώ στο άλλο υπήρχε παντομιμική δράση που υπονοούνταν από το λιμπρέτο και φώτιζε ή δικαιολογούσε όψεις της σκηνικής δράσης. Ο θεατής με τον τρόπο αυτό παρακολουθούσε την δράση σε δύο μέρη ταυτόχρονα και ιδίως παρακολουθούσε την Λουτσία, όταν αυτή δεν υπήρχε σκηνικά στις πολυπληθείς σκηνές με τους άντρες, αποκομίζοντας την αίσθηση ενός παντογνώστη θεατή που γνωρίζει τι συμβαίνει εκτός σκηνής. Ίσως οι σκηνές των συνόλων να ήταν συχνά άβολες και περιοριστικές ή κάποιες φορές η παράλληλη δράση να αποπροσανατόλιζε από την κυρίως πλοκή,  όπως στη σκηνή του φόνου που τραβούσε την προσοχή από εκείνους που πραγματικά εκτελούσαν το μουσικό κομμάτι,  ωστόσο με τον τρόπο αυτό η βικτοριανή εποχή περνούσε στην όπερα σαν μια απτή και ρεαλιστική αφήγηση με κινηματογραφικές εικόνες, φωτίζοντας νέες όψεις στις σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες. Για παράδειγμα, η σχεδίαση και η πραγματοποίηση της δολοφονίας του Αρτούρο στο κρεβάτι του γάμου από την Λουτσία, που σε πιο συμβατικές παραγωγές θα εννοούνταν απλώς από το λιμπρέτο, διαφοροποιείται.  Η Λουτσία εδώ έχει για συνεργό της την Αλίζα, δίνοντας μεγαλύτερη ακόμη υπόσταση στον χαρακτήρα του ρόλου.

999

Στην κατά Μίτσελ ανάγνωση η δεύτερη πτυχή που ξεχωρίζει, πέραν της προσέγγισης της δράσης μέσω διαφορετικών σκηνών που διαδραματίζονται κατά τον ίδιο σκηνικό χρόνο, είναι η τρέλα της Λουτσία ως επακόλουθο της αποβολής  του μωρού που κυοφορούσε. Πιθανός πατέρας του παιδιού, ο Εντγκάρντο. Σίγουρα όχι σύμφωνο με το λιμπρέτο ή τα συντηρητικά ήθη του 19ου αι., ταιριαστό ωστόσο για το κοινό του 21ου αι.

Η Χριστίνα Πουλίτση ερμήνευσε άψογα τον απαιτητικό φωνητικά ρόλο της Λουτσία. Αν και φαινόταν να κρατάει τις δυνάμεις της στο πρώτο μέρος, στο δεύτερο μέρος της όπερας ξεδίπλωσε όλη τη φωνητική της ικανότητα. Πιάνοντας ψηλές νότες με ακρίβεια ήδη από το Regnava nel silenzio έφτασε με σιγουριά στο Il dolce suono, αποδεικνύοντας πως διαθέτει έναν απόλυτο έλεγχο της φωνής της, κρατώντας με σιγουριά και σταθερότητα τις νότες, ανεβοκατεβάζοντας την ένταση στις φράσεις και γενικά αποκαλύπτοντας μια φωνητική τεχνική κατάλληλη για bel canto. Όσο για την άρια στην σκηνή της τρέλας, απλά μας έκανε να αδημονούμε να την ακούσουμε ως Βασίλισσα της Νύχτας στην επικείμενη παραγωγή του Μαγικού Αυλού. Η Πουλίτση έδειξε ταυτόχρονα μια συναρπαστική σκηνική παρουσία, με μια υπερβολή ίσως στις παντομιμικές της σκηνές. Συνολικά όμως παρουσίασε μια ελκυστική και ανεξάρτητη γυναίκα, που την ίδια στιγμή ήταν η ευάλωτη ηρωίδα που τρελαίνεται.

Ο Αλεξέι Ντόλγκοφ ως Εντγκάρντο, με την τεράστια δύναμη της φωνής και την άρτια τεχνική του, ήταν ισορροπημένος ενώ στην τελική του άρια Tu che a Dio spiegasti l’ali με ευαισθησία και υποκριτική δεινότητα κόβει on stage το νήμα της ζωής του. Ως αυτόχειρας, κόβει τις φλέβες του και στη συνέχεια το λαιμό του ενώ αντικρίζει το άψυχο, μέσα σε μπανιέρα, σώμα της Λουτσία.  Στους υπόλοιπους ρόλους ξεχώρισε όπως πάντα ο Τάσος Αποστόλου ως Ραϊμόντο, αλλά και ο Νίκος Στεφάνου ως Αρτούρο. Ο τελευταίος μάλιστα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς τα τελευταία χρόνια τον είχαμε συνηθίσει κυρίως σε οπερέτες.

Η μουσική διεύθυνση από τον Γιώργο Πέτρου ακολούθησε με πάθος τις δραματουργικές και φωνητικές προκλήσεις του οπερατικού έργου και το υποστήριξε χωρίς να θέσει την ίδια τη μουσική σε δευτερεύοντα ρόλο. Πέτυχε μάλιστα να αναδείξει τις εκπληκτικές μελωδίες, με μια ανεπαίσθητη δυναμικότητα φωτίζοντας με  αξιοσημείωτη δεξιότητα τις ποικίλες μουσικές εναλλαγές.

ΣΧΟΛΙΑ

Your email address will not be published. Required fields are marked *