Κριτική «Αύγουστος»: ρωτάς “θα συμβεί κάτι επιτέλους;” και πέφτεις στην παγίδα

Από την/τον Τάσος (ΤΑΖ) Θεοδωρόπουλος | 30 Ιανουαρίου 2017

au161206_2950a

Ο ΤΑΖ σε προσκαλεί στη θεατρική σοφιστικέ αλλά και μαζική απόλαυση που μπορεί να είναι λαϊκή απογευματινή επιθεώρηση και τσεχοφικό ψυχόδραμα, σαν ματωμένη δαντέλα αγορασμένη από πανηγύρι για στολίδι(;)

Aπό μικρό παιδί φοβόμουν τον Αύγουστο. Είναι ο μήνας που η πόλη είναι νεκρή, όσοι  έχουμε μείνει σε αυτήν κυκλοφορούμε με ένα μολυσματικό ιδρώτα κι ένα ύφος κακιασμένης γριάς που έχει κάνει μπάφο. Όσοι είναι διακοπές προσπαθούν να προσποιηθούν χαρά και ξεγνοιασιά σέρνοντας πιτσιρίκια που ουρλιάζουν κι ανταλλάσοντας, τα ζευγάρια, μεθυσμένα μπινελίκια το βράδυ. Από μικρό παιδί φοβόμουνα τα μικροαστικά οικογενειακά επετειακά τραπέζια. Αυτά που μαζεύεται όλο το σόι για να δείξει την πίστη του στο θεσμό της οικογένειας, βουτώντας λιγδιασμένα δάχτυλα σε πιάτα με κρεατικά, λέγοντας  χυδαία αστεία κι αφού μεθύσουν λίγο παραπάνω να ξεκατινιάζονται. Αυτός είναι ο Αύγουστος του Τρέισι Λετς που μπροστά στη θεατρική σκηνοθεσία και την ερμηνεία των 12 ηθοποιών, η κινηματογραφική του διασκευή με την Μέριλ Στριπ και την Τζούλια Ρόμπερτς μοιάζει με τυρένιο μελό. Από τον Ευγένιο Ο Νιλ μέχρι τον Τσέχοφ αλλά και τον Τένεσι Ουίλιαμς η Λετς στήνει μια «απάνθρωπη» αλλά όχι «μισάνθρωπη» κατράμι μαύροκωμωδία που σε κάθε της φράση, κάθε μετατόπιση ενεργειακού βάρους, σου ασκεί απειλή για το πώς και πότε θα γίνει το αναπόφευκτο ξέσπασμα. Μια διαδρομή που ο Μαρκουλάκης και οι ηθοποιοί του, ακολουθούν με απίστευτο μαθηματικό θα έλεγες, σεβασμό στο κείμενο και τους χαρακτήρες που υποδύονται, κατορθώνοντας ταυτόχρονα να μην υποχωρήσουν σε μια ρομποτική επίδειξη υποκριτικής τεχνικής, αλλά να εμφυσήσουν ζωή. Και θάνατο μαζί εφόσον οι μισοί από τους χαρακτήρες έχουν ήδη πεθάνει αλλά δεν τους  έχει ενημερώσει κανείς γι ‘αυτό και προσποιούνται γκροτέσκα τους ζωντανούς. Όλα ξεκινάνε όταν αυτοκτονεί ο αλκοολικός ποιητής πατέρας της οικογένειας, μετά από έναν εξαιρετικό μονόλογο του Μάνου Βακούση στην αρχή, στον οποίο επιτέλους, «κηδεύει» τον πάντα ενοχλητικό για μένα και υπερφίαλο T. Σ. Έλιοτ. Η συνθήκη συμβίωσης με την σύζυγο του (μια σαρωτική Θέμις Μπαζάκα σε ερμηνεία ζωής) είναι πως αυτός την αφήνει να χαπακώνεται ενεξέλεγκτα κι εκείνη τον αφήνει να πίνει. Αμφότεροι, απόλυτοι αρνητές της ζωής κι εκλεπτυσμένοι φορείς του ιδρυματισμού που μας βολεύει. Όταν όλο το σόι μαζευτεί για την κηδεία και περάσει λίγες μέρες στο σπίτι τους, οι καθρέφτες θα ραγίσουν. Προσοχή: Δεν θα γίνουν θρύψαλα, θα ραγίσουν… ο Λετς όσο κι ο Μαρκουλάκης δίνουν μεγάλη προσοχή σε αυτό, στην ύπουλη διάβρωση που δεν καταφέρνει καν να εκτονωθεί ως έκρηξη. Μυστικά και ψέματα θα βγουν στην επιφάνεια με έναν τόσο αβίαστο τρόπο που υποδηλώνει πραγματική έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα όσων τα δηλώνουν ή τα αναπαράγουν. Όλοι ζούνε σε μια πλασματική φούσκα ευδαιμονίας την οποία χαλάει η χαπακλού, κακιασμένη αλλά ουσιαστικά πιο βιασμένη από όλους, Μπαζάκα που όταν μαστουρώνει ισοπεδώνει με το λόγο της κάθε κατασκευασμένη αξιοπρέπεια τραβώντας μια πορεία – αυτομαστίγωμα προς το φινάλε που ακόμα κι εκεί, ο Λετς, σου αρνείται την κάθαρση και σε αφήνει αντιμέτωπο με το σπαραγμό ενός φυλακισμένου, με σπασμένα πόδια ζώου.

Au161206_2876a

Σπάνια έχω δει σκηνοθέτη να αναδεικνύει όλες τις λεπτομέρειες αυτής της πορείας στο πουθενά, αφήνοντας ταυτόχρονα την αχτίδα μιας διαστρεβλωμένης ελπίδας απελπισίας. Με την Μαρία Πρωτόπαππα, παθαίνεις πλάκα παρατηρώντας την να αλλάζει χωρίς μακιγιάζ, κυριολεκτικά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της στη σκηνή, όσο μετατρέπεται σε αντικατοπτρισμό της μάνας της. Η Βίκυ Βολιώτη, πόσο ωρίμασε υποκριτικά αυτό το κορίτσι… Ενώ ο χαρακτήρας της κουβαλάει μέσα της κραυγή, στο σανίδι επιμένει με απίστευτη συνέπεια να φιμώνει την κραυγή  και να την αντανακλά με μια παθητική επιθετικότητα στο βλέμμα της. Η Aurora Marion, «έτσι τελειώνει ο κόσμος» είναι ο από μηχανής Θεός και ο βωβός χορός της τραγωδίας που όμως δεν έχει να προσφέρει λύση, απλά μια μεταφυσική, τρυφερή αποδοχή μιας πραγματικότητας που δεν αλλάζει γιατί έτσι φτιάχτηκε και αναπαράγεται. Η Μαρίνα Ασλάνογλου, μασκάρει τη μεγαλοαστική  ξιπασιά του ρόλου της, «φορώντας» το ρούχο της χαζοχαρούμενης, για να το σκίσει με μια χαμένη απόγνωση στην τελευταία της εμφάνιση. Η Μαρία Κατσαδιάκη σολάρει σαν πληθωρική άξεστη  θεία τσομπάνα μουγκανίζοντας στο  βοσκοτόπι της δικιάς της αποτυχίας και η μικρή Σίσσυ Τουμάση ερμηνεύει μια από τις πιο πειστικές και χωρίς υπερβολές εκδοχές νιάτου σε συγχυσμένη αντιδιαστολή με τον οικογενειακό Μπίθουλα. Εξαίρετοι και οι άντρες, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Νίκος Αλεξίου, Θύμιος Κούκιος, Κώστας Ανταλόπουλος, παίζουν όμως αναγκαστικά από το έργο σαν φόντο. Δεν έχω να πω τίποτα για τις σκηνές που όλος ο θίασος είναι στη σκηνή και δεν χάνεις κουβέντα από κανέναν, ακόμα κι αν λέει κάποιος «που είναι η σαλάτα». Για τη σκηνή του τραπεζιού δεν ξέρω πόσες πρόβες πρέπει να έκανε ο Μάρκουλος, τους τσάκισε κυριολεκτικά και επανέφερε την έννοια «νατουραλισμός» στα σωστά, απολαυστικά της κυβικά.

Au161123_411ar2-e1481168869334

Η παράσταση  διαρκεί δυόμισι ώρες και είναι πολύ πιθανό στην πρώτη μιάμιση ώρα να πεις με λίγη βαρεμάρα και κούραση «μα θα συμβεί κάτι επιτέλους;» Τσα, έπεσες στη μυγοπαγίδα. Ήδη συμβαίνει αλλά κρυπτικά και υπόγεια. Και όσο εσύ πέφτεις σε ένα μικρό λήθαργο τόσο ο Λετς όσο και ο Μαρκουλάκης, σου επιφυλάσσουν μια ώρα μετά το διάλειμμα ένα ανελέητο μπουνίδι να σου φύγει ο κυνόδοντας. Το μεγάλο κατόρθωμα είναι πως κι αυτό το μπουνίδι θα γίνει υπόκωφα, σαν να μη συνέβη τίποτα. Ο σκηνοθέτης δεν χρησιμοποιεί ούτε ένα φασαριόζικο κόλπο εντυπωσιασμού, εμπιστεύεται το έργο του και τους ηθοποιούς του. Όμως ο κυνόδοντας αγάπη μου θα σου φύγει, σου έχει φύγει στην ουσία πολύ ώρα πριν απλά εσύ δεν συνειδητοποιούσες ότι όσο γελούσες στο πρώτο μέρος, γελούσες σαν φαφούτα.

august_omadiki

Συντελεστές:
Μετάφραση: Μανώλης Δούνιας
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Σκηνικά: Αθανασία Σμαραγδή
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική σύνθεση: Μίνως Μάτσας
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Έλενα Σκουλά, Μανώλης Δούνιας
Βοηθός Σκηνογράφου: Γιώργος Θεοδοσίου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Ιφιγένεια Νταουντάκη

Παίζουν:
Θέμις Μπαζάκα, Μαρία Πρωτόπαππα, Βίκυ Βολιώτη, Μαρίνα Ασλάνογλου, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Μάνος Βακούσης, Μαρία Κατσιαδάκη, Νίκος Αλεξίου, Θύμιος Κούκιος, Κώστας Ανταλόπουλος, Σίσσυ Τουμάση, Aurora Marion

Διάρκεια: 2 ώρες & 30 λεπτά (με διάλειμμα)

Πέμπτη: 21:00

Παρασκευή: 21:00

Σάββατο: 18:00

Σάββατο: 21:00

Κυριακή: 18:00

Κυριακή: 21:00

Τάσος (ΤΑΖ) Θεοδωρόπουλος

Τάσος (ΤΑΖ) Θεοδωρόπουλος

Μικρός ήθελε να γίνει καραγκιοζοπαίχτης και πορνοστάρ. Αγαπημένη του ταινία είναι «Η Υπολοχαγός Νατάσσα» γιατί πάντα κλαίει εκεί που η Αλίκη βρίσκει το παιδί της και ξεμουγκεύει. Στα σινεμά τον έβαζαν πάντα τσάμπα γιατί χάζευε με τις ώρες τις φωτογραφίες από έξω και τον λυπόντουσαν για φτωχό. Τότε αποφάσισε ότι η ζωή είναι σινεμά. Από τα media πέρασε μια μέρα τυχαία σαν ντελιβεράς με καφέδες, αλλά τον έκαναν συντάκτη για λόγους που σύντομα θα διδάσκονται ως παράδειγμα προς αποφυγή σε όλα τα πανεπιστημιακά τμήματα των media.

ΣΧΟΛΙΑ

Your email address will not be published. Required fields are marked *