Ένα κομμάτι της Ελληνικής Vogue, ένα σχόλιο, και μερικές σκέψεις

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Από την/τον blondconfusion.com | 30 Οκτωβρίου 2019

p1dobqv5n8rpiaj61l811tle113pu

Την Κυριακή που μας πέρασε, καθισμένη σε μια όμορφη βεράντα πάνω στο κύμα στην Κω, διαβάζοντας ένα σχόλιο της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου για ένα κομμάτι της Χριστίνας Πολίτη στην Ελληνική Vogue, μπήκα σε σκέψεις. Παραθέτω το σχόλιο της Βίβιαν αυτούσιο : «Από μόδα δεν ξέρω πολλά, από κείμενα όμως κάτι έχω ακούσει. Ομολογώ ότι έχω «ζηλέψει» τη στήλη Sentimental Value της Χριστίνας Πολίτη για τη Vogue. Η ιδέα είναι ζενιάλ: κάθε μήνα, μια γυναίκα του θεάματος, της τέχνης, της πολιτικής ή κάποια περσόνα της κοσμικής ζωής που αντέχει στο χρόνο, μιλάει, σε πρώτο πρόσωπο, για ένα κομμάτι ή στολίδι της γκαρανταρόμπας της με το οποίο συνδέεται συναισθηματικά. Στο τελευταίο τεύχος που κυκλοφορεί σήμερα με την Καθημερινή, η σεναριογράφος Μιρέλλα Παπαοικονόμου μιλάει για ένα ρολόι-μπρασελέ της μητέρας της.

Για μένα όμως, αυτό που «απογειώνει» το κάθε κείμενο είναι ότι μετά από μια σύντομη περιγραφή του αντικειμένου και την αφήγηση της ιστορίας για το πως και γιατί βρίσκεται στην κατοχή κάθε γυναίκας, είναι ότι καταλήγει σ’ενα στοχασμό πάνω στην ιδέα που μπορεί να συμβολίζει το αντικείμενο. Να, η κ.Παπαοικονόμου με αφορμή το ρολόι στοχάζεται (και δεν φιλοσοφεί) πάνω στην έννοια του χρόνου, κάνοντας και μια αναφορά στο «Λόγω τιμής» που παίζεται αυτό τον καιρό στην τηλεόραση. Όλα αυτά όμως γίνονται με χάρη, χωρίς υπερβολές, τόσο-όσο και πάνω απ’όλα γυναικεία. Είναι αυτό που εγώ αντιλαμβάνομαι ως vogue-esque:ένα attitude που θέλει να με συμπεριλάβει στον δικό του φαντεζί κόσμο και όχι να με αποκλείσει. Κι όλα αυτά σε 800-1000 λέξεις, πυκνά και χωρίς φλυαρίες.

p1dobquvbh15p71nbv13891lcdtgut
Βέβαια, όλα τα παραπάνω εξηγούν και την επιτυχία της Χριστίνας Πολίτη στο κοσμικό ρεπορτάζ που είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο είδος γιατί γειτνιάζει επικίνδυνα με τη γελοιότητα, ειδικά σε μια μικρή κοινωνία, όπως η νεοελληνική, όπου το κοσμικό crowd, συχνά δίνει την εντύπωση ενός περιφερόμενου θιάσου. Δεδομένου ότι τα κοσμικά δεν με αφορούν και δεν πολυπηγαίνω σε εβέντ, όταν θέλω να καταλάβω πόσο σημαντικό ήταν κάτι τσεκάρω αν έγραψε γι’αυτό η Χριστίνα. Αλλά και τότε, διαβάζοντας κάτι που δεν με πολυενδιαφέρει αισθάνομαι σαν να έστειλα την αντιπρόσωπό μου. Δημοσιογραφία του lifestyle δεν είναι για να μιλάς για τον εαυτό σου, να επιδεικνύεις τη ζωή σου στον κόσμο, τρίβοντας στα μούτρα του ό,τι δεν έχει εκείνος αλλά να τον κάνεις να αισθάνεται ότι μπορεί να το αποκτήσει. Δύσκολο. Πολύ δύσκολο

Συμφωνώ απολύτως με κάθε λέξη, αγαπώ κι εγώ τον αποστασιοποιημένο τρόπο με τον οποίο κινείται η Χριστίνα ανάμεσα στα celebrities κάθε εποχής, όπως και τον απολύτως to the point τρόπο με τον οποίο βλέπει τα πράγματα σε σχέση με την μεγάλη εικόνα αντί να κολλάει σε ανούσιες λεπτομέρειες που μυρίζουν μικροαστισμό. Προφανώς επειδή είναι κοσμοπολίτισσα κανονική, έχει ζήσει χρόνια στο εξωτερικό, έχει ταξιδέψει πολύ, έχει συναναστραφεί με αληθινές διασημότητες διεθνούς επιπέδου, έχει ερωτευτεί και την έχουν ερωτευτεί πολύ ωραίοι γκόμενοι και έχει αλλάξει πολλές φορές την ζωή της, έχει την δυνατότητα να φοράει το επάγγελμα της κοσμικογράφου σαν λοξό μπερέ. Με αυτό το μποέμ κλείσιμο του ματιού που σου λέει συνωμοτικά πως Οκ, δεν θα τρελαθούμε κιόλας για δυο glossy  σελίδες,  η ζωή, η αληθινή ζωή, είναι αλλού. Αυτό που με έβαλε σε σκέψεις όμως, ήταν ο επίλογος. Ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να χειριζόμαστε τη δουλειά μας όλοι εμείς που ασχολούμαστε με το lifestyle, και τα πολύ αδιόρατα όρια που χωρίζουν το ρεπορτάζ και το μοίρασμα των στιγμών από την ξιπασιά. Είναι κάτι που το έχω πολύ στο μυαλό μου αυτό, κάθε φορά που ανεβάζω μια φωτογραφία, κάθε φορά που γράφω για ένα μέρος ή για ένα κάλεσμα, κάθε φορά που ανοίγω μια πόρτα ή ένα παράθυρο της ζωής μου στον έξω κόσμο. Και ξέρω καλύτερα από τον καθένα πόσο άσχημο είναι να νοιώθει ο αναγνώστης πως του τρίβεις – ή πως προσπαθείς να του τρίψεις έστω- στα μούτρα την εικόνα της τέλειας ζωής σου, όχι μόνο επειδή δεν υπάρχουν τέλειες ζωές όσες ρετουσαρισμένες φωτογραφίες κι αν ανεβάσεις, αλλά και επειδή κι εγώ η ίδια εκνευρίζομαι συχνά πυκνά με πράγματα που διαβάζω.

Προφανώς η δουλειά μας είναι να γράφουμε γι΄αυτά που ζούμε. Γι’ αυτό μας καλούν, γι΄αυτό μας στέλνουν πράγματα να δοκιμάσουμε, γι’ αυτό μας χρησιμοποιούν σαν μέσον για να περάσουν πληροφορίες, ιδέες και τάσεις παρά έξω. Και προφανώς ο καθένας μας κάνει την δουλειά του με διαφορετικό τρόπο, είναι σαφές πως αν βάλεις πέντε δημοσιογράφους να  περιγράψουν την ίδια ακριβώς εμπειρία, ο καθένας θα γράψει εντελώς άλλα πράγματα. Τουλάχιστον αν δεν αντιγράψει κάποιον από τους υπόλοιπους.

Όμως αυτή ακριβώς η διαφορά είναι που ξεχωρίζει κάποιους από κάποιους άλλους, και που λειτουργεί σαν μαγνήτης με τον οποίο αναγνωρίζουμε μέσα από τις γραμμές τους κάποια κοινά πράγματα. Κάποια κοινή έστω αισθητική ή αντίληψη. Αυτή η διαφορά που έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο τοποθετείται ο γράφων μέσα στο κάθε θέμα. Δίπλα στον αναγνώστη ή απέναντι του.

Πίσω στα όρια λοιπόν, αυτά τα όρια που όσο περνάει ο καιρός και το lifestyle γίνεται επάγγελμα για όλο και περισσότερο κόσμο αλλάζουν και ξεχειλώνουν, που αλήθεια τελειώνει το μοίρασμα μιας εμπειρίας και που αρχίζει η καυχησιά; Που αλλάζει η ιστορία και από αφήγηση γίνεται επίδειξη;

p1dobr2vce112b1rnhc5912qh116ov

Έγραψα πριν πως προσπαθώ να το έχω πολύ στο μυαλό μου αυτόν τον διαχωρισμό όταν γράφω, και παρόλο που ελπίζω πως γενικά κρατάω τις ισορροπίες, δεν  είμαι καθόλου σίγουρη πως το καταφέρνω πάντα. Όμως αν η πρόθεση μετράει, και αν σημαίνει κάτι, σας το λέω μέσα από την καρδιά μου πως ο μεγαλύτερος μου φόβος σε ότι έχει να κάνει με την δουλειά, είναι να μην γίνω σαν αυτούς που κοροϊδεύω. Να μην χάσω την μπάλα κυνηγώντας τα ασήμαντα, και ξεχάσω τα σημαντικά.

Γι’ αυτό ίσως, κάθε τόσο ανοίγω την καρδιά μου και γράφω κι άλλα πράγματα, πιο προσωπικά και πιο δύσκολα, όχι μόνο γιατί για μένα είναι ένας τρόπος να τα ξορκίζω, να τα βγάζω στο φως και να τα βλέπω να χάνουν την δύναμη και το βάρος τους, αλλά και γιατί θέλω εσείς που με τιμάτε αφιερώνοντας ένα κομμάτι του πολύτιμου χρόνου σας για να με διαβάσετε, να ξέρετε την αλήθεια. Πως δηλαδή η ζωή μου δεν είναι τόσο μονότονα ροζ και ανέμελη όσο δείχνουν ίσως σε πρώτη ανάγνωση το site και τα social media μου.

Δεν έχω τίποτα με τις ροζ ζωές εννοείται, μακάρι να υπάρχουν κάπου εκεί έξω και όσοι τις ζουν να τις απολαμβάνουν, όμως στα 55 μου αισθάνομαι πως αν έχω κάτι να αποδείξω σε κάποιον πια, είναι στον εαυτό μου, πως μπορώ να δείχνω αυτό που είμαι, με τις ατέλειες, με τα προβλήματα, με τις μικρές και τις μεγάλες μάχες της καθημερινότητας, και να αισθάνομαι καλά μέσα σε αυτό.

Και ξέρω πέρα από κάθε αμφιβολία πως η πιο μεγάλη μου επιτυχία ever, μια επιτυχία που ήρθε με τεράστιο κόπο και μέσα από πολύ ηχηρά χαστούκια, είναι πως πραγματικά δεν αισθάνομαι την ανάγκη να εξωραΐσω την ζωή μου για να σας αρέσω, και πως δεν πιστεύω ότι  χρειάζομαι να σας επιδείξω μια τέλεια εικόνα – το τέλειο παιδί μου, τον τέλειο άντρα μου, τους τέλειους φίλους μου, την τέλεια κοινωνική μου ζωή ή το τέλειο σπίτι μου-  για να με αποδεχτείτε.

Ίσα ίσα που πιστεύω πως αν αυτό το βήμα μου δίνει την ευκαιρία να μιλήσω για την αλήθεια πίσω από τις εικόνες, και για το ότι μπορούμε να είμαστε διαφορετικοί, να είμαστε οι υπέροχοι ατελείς εαυτοί μας και οι γύρω μας να μας αγαπάνε έτσι κι αλλιώς, έχω την υποχρέωση να το κάνω. Έχω την υποχρέωση να σας πω ότι μπορεί να έχω την τύχη να κάνω μια λαμπερή δουλειά που μου δίνει την ευκαιρία να ταξιδεύω, και να μένω σε ωραία μέρη, και να δοκιμάζω καινούρια πράγματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η καθημερινότητα μου είναι εύκολη. Ούτε πως τα προβλήματα μου είναι λυμένα.

Ακριβώς μάλιστα επειδή τα προβλήματα μου δεν είναι λυμένα, και ακριβώς επειδή έχω ζήσει και εξακολουθώ να ζω my fair share από δυσκολίες, προδοσίες, αδικίες, απώλειες, απιστίες, απογοητεύσεις και φόβους, είμαι διπλά ευγνώμων που παρόλα αυτά είμαι καλά, και που παραμένω αισιόδοξη, και ροζ, και που έχω την δύναμη και την διάθεση να παλέψω για αυτά που θέλω, να κυνηγήσω καινούρια όνειρα, και να πέσω και να ξανασηκωθώ ξανά και ξανά, και να χαράξω νέες διαδρομές, και να αναγεννηθώ από τις στάχτες μου σαν φοίνικας, και στην πορεία, έστω και για μερικά λεπτά, να σας πάρω μαζί μου και να σας πασπαλίσω με λίγη από την αστερόσκονη στην οποία πιστεύω πάντα με πάθος. ‘Όχι γιατί η αστερόσκονη λύνει προβλήματα, ούτε γιατί η Πολυάννα και το παιχνίδι της χαράς κάνουν την ζωή μας πιο εύκολη. Αλλά γιατί το φως, έστω κι αν είναι αχτίδα και όχι άπλετη λιακάδα, διώχνει το σκοτάδι και μας δίνει την δύναμη να σηκωθούμε και να ανοίξουμε το παράθυρο για να μπει φρέσκος αέρας και να φύγουν οι σκιές. Το φως είναι ελπίδα. Και η ελπίδα είναι φόρα. Κι εγώ λατρεύω το φως, αυτό που βγαίνει από μέσα μας και όχι αυτό που μας ρίχνουν οι όποιοι προβολείς και τα όποια στολίδια, και αυτό το φως είναι που ελπίζω πως αντανακλά ο ραγισμένος καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπετε την ζωή μου και όσα κομμάτια της μοιράζομαι μαζί σας. Η μαμά μου είχε γράψει κάποτε πως στην Κίνα ότι σπάει το επισκευάζουν με χρυσό γιατί θεωρούν τις ρωγμές πολύτιμα σημάδια που αποδεικνύουν χρήση. Άρα ζωή με εμπειρίες. Μου άρεσε πολύ αυτή η σκέψη. Να τιμάμε τα σημάδια και τις ρωγμές μας. Και να τα επιδεικνύουμε με υπερηφάνεια. Γιατί αυτές οι ατέλειες είναι που μας προσδίδουν γοητεία και ενδιαφέρον. Ποιος θα ήθελε να είναι βαρετά τέλειος, σαν ανέκφραστη πορσελάνινη κούκλα που έζησε μια ζωή πάνω σε ένα ράφι, και που δεν την άγγιξε κανείς μην τυχόν και την τσαλακώσει ή την χαλάσει? Και ποιος ενδιαφέρεται στην πραγματικότητα για τις “τέλειες” ζωές που επιδεικνύουν σχεδόν με απελπισία όσοι δεν έχουν τίποτα αληθινά ενδιαφέρον να δείξουν πέρα από την γυαλιστερή τους επιφάνεια? Ότι είμαστε πραγματικά, δεν έχουμε καμιά ανάγκη να το φωνάξουμε. Το βλέπουν όσοι είναι να το δουν eventually. Και ότι είμαστε, τελικά φαίνεται. Αν το αποδεχτούμε, τουλάχιστον δεν χρειάζεται να ζούμε με την αγωνία και να χάνουμε τις μέρες και τις ώρες μας προσποιούμενοι κάτι άλλο. Κι αυτό trust me, είναι τεράστια ανακούφιση. Και η απόλυτη πολυτέλεια.

Υ.Γ. Όπως κάνω συχνά από αλλού ξεκίνησα και αλλού κατέληξα, και όπως κάνω πάντα δεν θα αλλάξω το κομμάτι και θα το δημοσιεύσω ως έχει. Θέλω όμως να σας παρακαλέσω αν κάποια στιγμή με δείτε ή με νοιώσετε να χάνω τον δρόμο μου, ή την μπάλα, να μου το πείτε. Είναι η συχνή απορία μου αυτή «μα καλά, δεν έχει ανθρώπους που να την/τον αγαπάνε, να της/του πουν τι κάνεις ρε παιδάκι μου? Μαζέψου!» Θέλω να πιστεύω πως εγώ είμαι από εκείνους τους τυχερούς ανθρώπους που έχουν ανθρώπους που τους αγαπάνε. Στην πραγματική αλλά και στην διαδικτυακή ζωή. Και πως αν και όταν έρθει η ώρα, θα παρέμβουν…

Δείτε κι εδώ

ΣΧΟΛΙΑ

Your email address will not be published. Required fields are marked *