«ΔΟΞΑΠΑΤΡΗ»: O Θοδωρής Αθερίδης προκαλεί την ευστοχία σου, με σημάδι το κούτελο σου στον καθρέφτη.

Από την/τον Τάσος (ΤΑΖ) Κατρής Θεοδωρόπουλος | 3 Νοεμβρίου 2015

141-1024x738

Theatrale: Ο ΤΑΖ παρασύρεται από ένα θεατρικό παιχνίδι συναισθηματικής νοημοσύνης, στημένο εκεί που η ζωή αναμετριέται με την παραίσθηση της αντανάκλασης της, προκειμένου να την επανεφεύρει σαν αίσθηση.

131-1024x742

 

Πόση και ποια αλήθεια μπορείς να αντέξεις; Είσαι έτοιμος να την δεχτείς; Είσαι υποχρεωμένος να τη δεχτείς ή να την πεις; Είναι η αλήθεια σου πιο σημαντική από  τις συνέπειες που  μπορεί να προκαλέσει σε όσους με τη σειρά  τους δεν είναι έτοιμοι να την ακούσουν; Ποιο είναι το όριο που η εξομολόγηση σου, από λύτρωση  μετατρέπεται σε ακόμα μια προβολή του ναρκισσισμού σου; Υπάρχουν κανόνες στο παιχνίδι της αλληλεπίδρασης, τόσο με τους άλλους γύρω σου όσο και με την ευρύτερη πραγματικότητα; Αν υπάρχουν ποιος τους βάζει και ποιο είναι το σωστό; Να τους ακολουθήσεις ή να τους αμφισβητήσεις; Σε ποιο σημείο η προσωπική σου μικρή αστική ιστορία γίνεται μέρος αυτού που αποκαλούμε Ιστορία με «Ι» κεφαλαίο και το ανάποδο; Πόσο κοντά μας φέρνει η κρίση ταυτότητάς, με την αναδόμηση που ακολουθεί μια αποδόμηση και πόσο επικίνδυνο είναι να μείνει μερικές φορές μόνο στην αποδόμηση χωρίς να αποκαλύψει την αλήθεια; Για να καταλήξουμε κυκλικά πάλι στο ερώτημα της αρχής: Πόση και ποια αλήθεια μπορείς να αντέξεις;

 

Στην πιο ώριμη συγγραφική στιγμή της μέχρι τώρα καριέρας του, ο Θοδωρής Αθερίδης πετάει ένα βότσαλο στη λίμνη. Όχι πολλά, ούτε με βία. Ένα σκέτο, μόνο του. Πολλές είναι οι κυκλικές γραμμές που θα δημιουργηθούν στην επιφάνεια του νερού. Και πάνω σε αυτές  θα ξετυλίξει την ιστορία του, με όλα τα παραπάνω ερωτηματικά. Αφήνοντας τις απαντήσεις στον θεατή, μέσα από το ιλαρομελόδραμα  όπως  ο ίδιος αποκαλεί το νέο του  θεατρικό έργο.  Δηλαδή στα  ελληνικά dramedy. Mε  μια, σχεδόν ζεν ευγένεια και αγάπη απέναντι στις  ατέλειες  της ανθρώπινης φύσης που ταυτόχρονα όμως είναι αιχμηρή με έναν περίεργο  τρόπο. Σαν ένα μαχαίρι που κόβει αρμονικά φέτες από βούτυρο για να τις αλείψει πάνω σε μια φέτα ψωμί, τη βασική τροφή του ανθρώπου. Χρησιμοποιώντας σαν πρόσχημα την πλοκή, για να την οδηγήσει σε μια εξομολόγηση όλων των χαρακτήρων, στημένη με τέτοιο τρόπο, που σε καθιστά μέρος ενός group therapy σε μια οικεία ζώνη του λυκόφωτος. Ή του λυκαυγούς. Με τους ηθοποιούς να γίνονται με έναν περίεργο τρόπο θεατές της σκέψης σου.

 

7 χαρακτήρες που μένουν στην οδό Δοξαπατρή στο Κολωνάκι. Ένας παπάς  με το γιο του που πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ, αυτό που σε κάνει να έχεις τικ εκστομίζοντας νευρικά βρισιές χωρίς να το θέλεις. Η κόρη του που έρχεται να τον επισκεφτεί από την Ιαπωνία μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. Μια αστρολόγος. Η αδελφή της που μόλις έχει συνέλθει από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, έχει αποκαλύψει στην δική της κόρη ότι είναι υιοθετημένη και θέλει να διώξει την αστρολόγο από το διαμέρισμα που είναι δική της ιδιοκτησία. Τίποτα υπερβολικό, τίποτα εξτράβαγκαντ, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω όσον αφορά  τους ήρωες. Ο παπάς στην αρχή του έργου αφήνει ένα κουτί με περιτύλιγμα, λέγοντας  αινιγματικά πως αυτό το κουτί περιέχει «κάτι». Κι ο λόγος που  το  αφήνει εκεί; «Έτσι». Αυτή  είναι απλά η αφορμή  για να τεθούν σε  κίνηση οι  μάλλον βαλτωμένοι στις προσλαμβάνουσες  τους, ήρωες. Το βότσαλο στη λίμνη. Όλοι κοιτάζουν το κουτί με  απορία και φόβο, αλλά κανείς δεν τολμάει να το ανοίξει. Ακόμα κι όταν κάποια στιγμή το ανοίξουν, πάλι με την ίδια απορία θα μείνουν όσον αφορά τη χρήση του,  το πως, το γιατί. Τις περισσότερες φορές, εμείς είμαστε που μετατρέπουμε τις απαντήσεις στα πιο απλά ερωτήματα, σε κάτι πολύπλοκο. Ίσως επειδή η απάντηση, απλή κι αυτή, μας τρομάζει με την απλότητά της. Τη μασκάρουμε ως ανάξια λόγου, προκειμένου να καλύψουμε την αναπηρία μας απέντι στο μέσα μας, το γνώριμο που το βαφτίζουμε άγνωστο για να διατηρούμε αποστάσεις ασφαλείας.

 

Ο Θοδωρής Αθερίδης,  καταφέρνει να κολυμπήσει, τόσο συγγραφικά όσο και σκηνοθετικά και ερμηνευτικά, στα άγρια κύματα ενός χειμαρρώδους αλλά επ’ ουδενί βερμπαλιστικού λόγου,  με γαλήνιες θεατρικές απλωτές κι όχι με βιαστικό κρόουλ. Στήνοντας μια πολυεπίπεδη και ευπρόσδεκτα ύπουλη «απάτη» στον θεατή. Δεν καταλαβαίνεις το πως παρασύρεσαι μέσα στο παιχνίδι που ο  παπάς – ψυχοθεραπευτής τον οποίο ερμηνεύει, έχει στήσει για τους ήρωες του και κατ’ επέκταση για όλους τους θεατές. Σαν το ξεφλούδισμα ενός μήλου γνώσης σε κάποιον πλαστό παράδεισο, που πρέπει να το δαγκώσεις, πρέπει να γίνεις έκπτωτος αν θες να απελευθερωθείς  από τη βασανιστική και τρομακτική  υπόσχεση της αιώνιας ζωής, της αιώνιας επανάληψης. Κανείς  δε θα σου υποσχεθεί ότι το επόμενο, αυτό που θα ακολουθήσει σαν αλλάγή, θα είναι κάτι καλύτερο.Πριν την Αναγέννηση υπήρξε ο  Μεσαίωνας. Και πριν τον Μεσαίωνα, η  αρχαία Ελλάδα. Σημασία πάνω από όλα έχει να γίνει αυτή η αλλαγή.

 

Το αν οι ήρωες του έργου αλλάξουν μετά από αυτό το παιχνίδι, είναι εξ’ ίσου σχετικό. Η ευκαιρεία πάντως τους δόθηκε. Και αν η νέα γενιά, είναι αυτή που θα δείξει με περισσότερη εξωστρέφεια (ή μήπως με μια απλά επιφανειακή, σπασμωδική κίνηση;) αυτήν την αλλαγή, ούτε αυτό σημαίνει τίποτα. Κάθε νέα γενιά κουβαλάει τις ίδιες πιθανότητες να κομίσει κάτι νέο και υγιές όσο και να αναπαράξει τη νοσηρότητα με άλλο  όνομα και πιο μοντέρνους κανόνες. Η κάθαρση είναι μια προσωπική υπόθεση και ως τέτοια με σεβασμό την αντιμετωπίζει κι ο Αθερίδης κυρίως για τους θεατές του. Στη δική μου περίπτωση, χωρίς κανένα εκβιαστικό τρικ εκ μέρους του, δάκρυσα απελευθερωμένος, όχι επειδή  εφηύρα ή  ο συγγραφέας εφηύρε την επανάσταση αλλά  επειδή με πολύ μικρά  βήματα, σαν το κάθισμα μου να είχε μετακινηθεί σιγά σιγά προς  το κέντρο της σκηνής, είδα λαμπιόνια να φέγγουν σκόρπια στο δρόμο.  Σε έναν κάδο σκουπιδιών που τρώει ένας γάτος, σε ένα παγκάκι που κάποιος καπνίζει μονάχος του.

 

Σε μια εποχή που το κυρίαρχο στοιχείο της είναι η οργή, ο Αθερίδης αντιπροτείνει τον διαλογισμό. Πίστεψε με, το να το πετύχεις αυτό και να καθηλώσεις το θεατή μέσα από ένα θεατρικό με κωμικά στοιχεία, πλοκή χωρίς ηχηρές ανατροπές ή αποκαλύψεις και μετέωρα μπαλόνια, σαν τα συννεφάκια στα κόμιξ που  περιγράφουν ελλειπτικά  τις σκέψεις των ηρώων, είναι κάτι πολύ δύσκολο. Ειδικά όταν ο ίδιος ο δημιουργός, τόσο σαν συγγραφέας όσο και σαν χαρακτήρας στο ρόλο του παπά – ψυχοθεραπευτή, αποδέχεται την αμφισβήτηση της ίδιας του της πίστης στο Θεό και στον εαυτό του, καταλήγοντας στην ήρεμη αποδοχή του μόνου αναπόφευκτου και σίγουρου, που στη ζωή είναι ο θάνατος. Μέχρι να φτάσεις εκεί όμως, όσο μακριά ή κοντά κι αν είναι ο θάνατος, έχεις μια ζωή να ζήσεις. Κι επειδή η ζωή δεν είναι πρόβα αλλά τώρα είσαι στη σκηνή και παίζεις το έργο σου, πρέπει να το παίξεις όσο καλύτερα γίνεται.

 

Όπως κάνουν με αιθέριο αυτοέλεγχο και επικοινωνιακή αμεσότητα οι Πέμυ Ζούνη, Ρένια Λουιζίδου αλλά και οι δύο γεμάτες ενέργεια πιτσιρίκες, Φωτεινή Αθερίδου, Ευαγγελία Συριοπούλου. Με τον Λευτέρη Ελευθερίου να επωμίζεται και να φέρνει απολαυστικά, σωματικά και υποκριτικά εις πέρας, τον πιο κωμικό μέσα στον σημαδεμένο και περιορισμένο κόσμο του ήρωα του, ρόλο. Υπάρχει μια περίεργη αγάπη χαρμολύπης σε αυτήν την παράσταση που αναπόφευκτα σε χτυπάει κατακούτελα, στο δόξα πατρί. Από τον σκηνοθέτη στους ηθοποιούς του, από τους ηθοποιούς στο κοινό, από το κοινό πάλι πίσω στους συντελεστές. Μια αγάπη σαστισμένη, σαν τον Σαρλό που εμφανίζεται δυο τρεις φορές ανάμεσα στους ήρωες, επιλέγοντας σαν αγωγό της δικής του αλήθειας τη μάσκα του. Που ναι, για να γυρίσουμε ακόμα μια φορά στα ερωτήματα της αρχής, ακόμα κι αυτή, η μάσκα μας, μπορεί τελικά να είναι η αλήθεια μας που την έχουμε βαφτίσει μάσκα, ξένο σώμα, επειδή  φοβόμαστε να την αποδεχτούμε ως κάτι δικό μας.

 

***MIKΡΟ ΠΑΛΛΑΣ: Αμερικής 2 (City Link). Tηλ. 2103210025. Τετάρτη – Κυριακή. Αγορά εισιτηρίων: www.ticket365.gr, 2111000365.

451-1024x657 122-1024x778 151-1024x701

 

*Aκολουθήστε τον ΤΑΖ (terra_gelida@hotmail.com) στο www.facebook.com/tazthebuzz

 

 

Τάσος (ΤΑΖ) Κατρής Θεοδωρόπουλος

Τάσος (ΤΑΖ) Κατρής Θεοδωρόπουλος

Μικρός ήθελε να γίνει καραγκιοζοπαίχτης και πορνοστάρ. Αγαπημένη του ταινία είναι «Η Υπολοχαγός Νατάσσα» γιατί πάντα κλαίει εκεί που η Αλίκη βρίσκει το παιδί της και ξεμουγκεύει. Στα σινεμά τον έβαζαν πάντα τσάμπα γιατί χάζευε με τις ώρες τις φωτογραφίες από έξω και τον λυπόντουσαν για φτωχό. Τότε αποφάσισε ότι η ζωή είναι σινεμά. Από τα media πέρασε μια μέρα τυχαία σαν ντελιβεράς με καφέδες, αλλά τον έκαναν συντάκτη για λόγους που σύντομα θα διδάσκονται ως παράδειγμα προς αποφυγή σε όλα τα πανεπιστημιακά τμήματα των media.

ΕΝΑ ΣΧΟΛΙ0

  1. Λένα

    2015/11/04 στις 2:59

    θαυμα

ΣΧΟΛΙΑ

Your email address will not be published. Required fields are marked *