Κριτική: “Λαίδη Μάκβεθ” του Μτσενσκ από την Εθνική Λυρική Σκηνή

Από την/τον Κώστας Καρασαββίδης | 8 Ιουνίου 2019

0a5d70659361ece76507a98cedcefb1f_L

Η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ, μια όπερα που σόκαρε την κοινή γνώμη με την τόλμη της για την εποχή που γράφτηκε και που συγχρόνως μαγεύει με τη μουσική της, ήταν ίσως η πιο αναμενόμενη παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τη φετινή σεζόν. Η σκηνοθεσία της Φανί Αρντάν επέλεξε να τοποθετήσει χρονικά τη δράση στον 19ο αιώνα, προσεγγίζοντας όσο γίνεται πιο ρεαλιστικά το οπερατικό έργο και εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στο κεντρικό θέμα του, αυτό του γυναικείου ερωτικού πόθου και της γυναικείας χειραφέτησης της Κατερίνα Ισμαήλοβα, της νεαρής επαρχιώτισσας που ο ερωτικός πόθος θα την οδηγήσει στον φόνο του πεθερού της και του συζύγου της προκειμένου να παντρευτεί έναν νεαρό εργάτη του αγροκτήματος. Η πτώση της ηρωΐδας και η λύση του δράματος όμως έρχεται στην τέταρτη πράξη, όταν οι δύο εραστές οδηγούνται στη Σιβηρία και η Κατερίνα, προδομένη από τον νέο της σύζυγο θα αυτοκτονήσει παρασέρνοντας στα παγωμένα νερά του ποταμού και την ερωτική αντίζηλό της. Η κατά γενική ομολογία συντηρητική σκηνοθετική ματιά της Αρντάν μονάχα σε τέσσερα σημεία γινόταν πιο συμβολική, προσδίδοντας μια ονειρική διάσταση στο έργο: στην αρχή της παράστασης όταν δύο γυμνοί χορευτές με άσπρα και μαύρα φτερά αντίστοιχα αντιμάχονταν χωρίς τελική έκβαση, όπως το καλό και το κακό, όταν η ερωτική συνεύρεση Κατερίνας και Σεργκέι πολλαπλασιάστηκε με ακόμη περισσότερα γυμνά κορμιά ως αντικατοπτρισμός της κοινωνίας μας, όταν γυμνά κορμιά σχημάτισαν ένα κρανίο ως προοικονομία της επερχόμενης πτώσης των ηρώων και όταν στο τέλος, ο γυμνός χορευτής της αρχικής σκηνής με τα μαύρα φτερά εμφανίστηκε επί σκηνής να κρατά μια γυμνή γυναίκα στα χέρια του, ολοκληρώνοντας τον συμβολισμό με τον οποίο άνοιγε η Λαίδη Μάκβεθ.

fanny2

Στην κατά Αρντάν εκδοχή του έργου στη σκηνή δέσποζε ένα αγροτόσπιτο του 19ου αιώνα με το υπερυψωμένο δωμάτιο της Κατερίνα, όπου διαδραματιζόταν μεγάλο μέρος της δράσης, και την αυλή του σπιτιού με τη μεγάλη πύλη από όπου μπαινόβγαινε το πλήθος. Η γιγαντιαία σκηνική κατασκευή, στην οποία κυριαρχούσαν αποχρώσεις του κόκκινου και ένωναν νοητά τη σκηνή με το εσωτερικό της αίθουσας Σταύρος Νιάρχος, ήταν εντυπωσιακή, όμως και το «φτωχότερο» σκηνικό της Σιβηρίας της 4ης Πράξης λειτουργούσε εξίσου αποτελεσματιικά. Το συνολικό αποτέλεσμα ενίσχυσαν τα εντυπωσιακά κοστούμια, οι φωτισμοί με τις διακυμάνσεις τους και το παιχνίδι σκοταδιού και φωτός που ακολουθούσαν τα δυνατά μουσικά κρεσέντο και τη δραματικότητα του έργου, αλλά και η κίνηση μονωδών και χορωδών που υπογράμμιζαν με αυτόν τον τρόπο συναισθηματικά κρίσιμες στιγμές της αφήγησης.  Οι συνεργάτες που επέλεξε η Γαλλίδα πρωταγωνίστρια αποδείχτηκαν πραγματικά εξαιρετικοί: ο Τομπίας Χοάϊζελ (σκηνικά), η Μιλένα Κανονέρο και η Πέτρα Ράινχαρτ (κοστούμια), ο Λούκα Μπιγκάτσι (φωτισμοί) και η Κολεκτίβα (ΛΑ)ΟΡΝΤ (Μαρίν Μπρυττί, Ζονατάν Ντεμπρουέρ, Αρτύρ Αρέλ) στην κινησιολογία.

Οι δύο πρωταγωνιστές, η Ρωσίδα υψίφωνος Σβετλάνα Σοζντάτελεβα (Κατερίνα Ισμαήλοβα) και ο επίσης Ρώσος τενόρος Σεργκέι Σεμισκούρ (Σεργκέι) ανταπεξήλθαν επάξια στους ρόλους τους παρόλο  που σε αρκετά σημεία τα όργανα που χρησιμοποιεί ο Σοστακόβιτς αναπόφευκτα υπερκαλύπτουν τις φωνές, κάτι που επέτεινε η επιλογή του αρχιμουσικού Βασίλη Χριστόπουλου να τοποθετήσει την μπάντα των πνευστών οργάνων στα θεωρεία της αίθουσας.  Παραβλέποντας αυτήν την αστοχία ωστόσο, ο Χριστόπουλος οδήγησε την Ορχήστρα της ΕΛΣ σε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα με τη στιβαρή του καθοδήγηση. Από τους υπόλοιπους ρόλους ξεχώρισε ο Νίκος Στεφάνου ως εξαθλιωμένος χωρικός για την υποκριτική και φωνητική του δεινότητα.

Η ΕΛΣ έχει ανεβάσει το επίπεδο των παραγωγών της τα τελευταία χρόνια με την επιτυχή μετάκληση μονωδών και συντελεστών τόσο πολύ που οι όποιες ενστάσεις δεν μπορούν να ακυρώσουν ούτε στο ελάχιστο το συνολικό υψηλού επιπέδου αποτέλεσμα που προσφέρει στους λάτρεις της όπερας στην Ελλάδα. Εν αναμονή των δύο νέων παραγωγών (Νόρμα και Τραβιάτα) στο Ηρώδειο αυτό το καλοκαίρι, ελπίζουμε να συνεχίσει στο δρόμο που εγκαινίασε από την μεταφορά της στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και έπειτα.

Ο Κώστας Καρασαββίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ θεατρολογίας με επιστημονικές δημοσιεύσεις και συμμετοχή σε συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ασχολείται με την κριτική παραστάσεων και θεατρολογικών εκδόσεων

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Your email address will not be published. Required fields are marked *