
Ο σκηνοθέτης Κώστας Φιλίππογλου συνιστά μία από τις πλέον συνεκτικές και ουσιαστικές παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, ιδίως στον τομέα του σωματικού θεάτρου, όπου δικαίως αναγνωρίζεται ως μαιτρ ενός απαιτητικού και βαθιά εκφραστικού σκηνικού ιδιώματος. Η σκηνοθετική του γραφή διακρίνεται για την προσήλωσή της στην ουσία του δραματικού κειμένου και για την ικανότητά του να αναδεικνύει τις εσωτερικές του δυναμικές χωρίς να τις υποτάσσει σε επιφανειακά νεωτεριστικά τεχνάσματα. Ανήκει σε εκείνους τους δημιουργούς που δεν αποδομούν το έργο προς επίδειξη αισθητικών ακροβατισμών, αλλά το απογειώνουν, επιτρέποντάς του να αναπνεύσει μέσα από μια αυστηρά δομημένη, σωματικά και ψυχικά ενεργοποιημένη σκηνική γλώσσα. Η σκηνοθετική του στάση χαρακτηρίζεται από θεωρητική επάρκεια και ερευνητική συνέπεια- κάθε παράσταση του μοιάζει να εδράζεται σε συστηματική μελέτη της δραματουργίας και της ανθρωπολογίας του σώματος, γεγονός που προσδίδει στο έργο του σπάνια πνευματική πυκνότητα! Η πρόσφατη συνεργασία του με την ομάδα ΒίΔα για την παρουσίαση του υπέροχου έργου ”Εσύ και τα σύννεφά σου” του Έρικ Βέστφαλ που ανέβηκε στο ολοκαίνουργο θέατρο Μετς, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της καλλιτεχνικής του φιλοσοφίας. Πρόκειται για ένα έργο που εστιάζει με διεισδυτική ακρίβεια στον ψυχισμό της ηρωίδας, ανατέμνοντας την ανθρώπινη μοναξιά και την επιτακτική ανάγκη διαφυγής από μία πραγματικότητα που συχνά καθίσταται αφόρητη. Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Φιλίππογλου, ο θεατής δεν παραμένει εξωτερικός παρατηρητής των γεγονότων, αντιθέτως καλείται να διεισδύσει στο εσωτερικό τοπίο της ηρωίδας, να βιώσει τον κόσμο μέσα από το βλέμμα της, να συμμετάσχει στην εύθραυστη ισορροπία μεταξύ φαντασιακής ασφάλειας και επώδυνης αλήθειας. Η σκηνική του προσέγγιση δεν επιδιώκει την εντύπωση, αλλά την εσωτερική μετατόπιση του θεατή- ενεργοποιεί την ενσυναίσθηση ως βασικό αισθητικό και ηθικό εργαλείο, καθιστώντας το θέατρο πεδίο υπαρξιακής συνάντησης. Τα θεματικά του πεδία που αναδεικνύονται- η απομόνωση, η ψυχική πίεση, η ανάγκη κατασκευής προσωπικών ασφαλών πραγματικοτήτων όταν η αλήθεια γίνεται δυσβάσταχτη- αποκτούν στη σκηνή μια σχεδόν σωματοποιημένη διάσταση. Το έργο αποκαλύπτει τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος επιλέγει τα σύννεφα αντί της σύγκρουσης με την αλήθεια- όταν η φυγή μετατρέπεται σε μηχανισμό αυτοπροστασίας, αλλά και σε μια υπαρξιακή παγίδα. Μέσα από αυτή τη δραματουργική επεξεργασία αναδύεται ένα καίριο υπαρξιακό ερώτημα: η αναζήτηση αποδοχής και νοήματος. Όπως ο ίδιος ο σκηνοθέτης έχει επισημάνει, αυτό που όλοι αναζητούμε είναι να μας δουν πραγματικά, να μας ακούσουν ουσιαστικά, να αναγνωρίσουν την ύπαρξή μας- μια ανάγκη που η ηρωίδα του έργου ενσαρκώνει με συγκλονιστική διαύγεια. Ο Φιλίππογλου επιτυγχάνει να μετασχηματίσει αυτά τα υπαρξιακά αιτήματα σε σκηνική πράξη, αναδεικνύοντας το θέατρο ως χώρο όπου η ανθρώπινη ευαλωτότητα δεν αποκρύπτεται, αλλά καθίσταται δημιουργική δύναμη! Η σκηνοθετική μέθοδος του Φιλίππογλου, εδραιωμένη στη σωματική πειθαρχία και στη βαθιά κατανόηση του εσωτερικού ρυθμού τού κειμένου, μετατρέπει τη σκηνή σε χώρο ψυχικής αποκάλυψης. Το σώμα λειτουργεί ως φορέας μνήμης και τραύματος, ως όργανο έκφρασης εκείνου που οι λέξεις αδυνατούν να αποδώσουν πλήρως. Παράλληλα, η ακριβής οργάνωση του σκηνικού χώρου και η λιτή, αλλά μελετημένη χρήση των εκφραστικών μέσων αποκαλύπτουν έναν δημιουργό που γνωρίζει ότι η αισθητική εγκράτεια συχνά οδηγεί στη μέγιστη δραματική ένταση. Έτσι, η παράσταση δεν αποτελεί απλώς μια αισθητική εμπειρία, αλλά μια βιωματική κατάδυση στον ανθρώπινο ψυχισμό, μια διαδικασία σχεδόν παιδευτική για τον θεατή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, τέλος, το ερευνητικό του εγχείρημα για το προσεχές καλοκαίρι, με αντικείμενο το μύθο των Ατρειδών και εστίαση στην τραγική μορφή της Κλυταιμνήστρας- μια δραματουργική επιλογή που προοιωνίζεται μια βαθιά αναψηλάφηση της γυναικείας φωνής μέσα στο αρχαίο τραγικό σύμπαν. Πρόκειται για μια μελέτη που αναμένεται με εύλογη προσμονή, καθώς όλα συνηγορούν ότι θα φωτίσει εκ νέου έναν μύθο μέσο από το πρίσμα της εσωτερικότητας και της σωματικής αλήθειας που χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου του! Η προσέγγισή του στον αρχαίο μύθο δεν προμηνύει απλή αναπαραγωγή, αλλά ερμηνευτική επαναθεμελίωση, με στόχο να αναδειχθούν οι διαχρονικές ρωγμές της ανθρώπινης συνείδησης. Ο Κώστας Φιλίππογλου με συνέπεια, ήθος και καλλιτεχνική καθαρότητα, αποδεικνύει ότι η σκηνοθεσία δεν είναι πράξη επιβολής, αλλά πράξη αποκάλυψης- όχι επιδεικτική ανατροπή, αλλά ουσιαστική ανάδειξη του ανθρώπινου πυρήνα κάθε δραματικού λόγου. Το έργο του συγκροτεί μια πρόταση θεάτρου βαθιά ανθρωποκεντρικού, στο οποίο η αισθητική και ηθική διάσταση συνυπάρχουν αρμονικά, επιβεβαιώνοντας ότι η σκηνική τέχνη, όταν υπηρετείται με γνώση και εσωτερική αλήθεια, μπορεί να καταστεί πεδίο ουσιαστικού στοχασμού και αυθεντικής επικοινωνίας!

-Γιατί επέλεξες να ανεβάσεις Έρικ Βέστφαλ και το έργο του «Εσύ και τα σύννεφά σου»;
Με ενδιέφερε η καθαρότητα με την οποία ο Βέστφαλ μιλά για την ανθρώπινη μοναξιά και την ανάγκη διαφυγής. Το έργο, παρότι γράφτηκε το 1971, δεν ανήκει αποκλειστικά στην εποχή του. Αγγίζει έναν διαχρονικό πυρήνα: τον φόβο απέναντι στην πραγματικότητα και τη βαθιά επιθυμία να μετασχηματίσουμε την πραγματικότητα μέσα από τη φαντασία.
Με συγκίνησε η εσωτερική του ένταση και αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και στο υπαρξιακό σκοτάδι. Είναι ένα έργο που δεν κραυγάζει. Σε τραβάει αθόρυβα μέσα του, σε οδηγεί σταδιακά στον ψυχισμό της ηρωίδας. Αυτό ακριβώς θέλησα να σκηνοθετήσω: όχι τα γεγονότα, αλλά το εσωτερικό τους αποτύπωμα.
–Είναι από τους εύληπτους συγγραφείς;
Ναι, με την έννοια ότι ο λόγος του είναι καθαρός, άμεσος, σχεδόν διαφανής. Όμως κάτω από αυτή την απλότητα υπάρχει μεγάλη πολυπλοκότητα. Δεν γράφει δυσνόητα· γράφει ουσιαστικά. Ο θεατής μπορεί να ακολουθήσει την ιστορία χωρίς εμπόδια, αλλά αν θελήσει να σταθεί βαθύτερα, θα ανακαλύψει πολλαπλά επίπεδα: ψυχολογικά, κοινωνικά, υπαρξιακά. Αυτή η διπλή ανάγνωση είναι που με ενδιαφέρει πάντα στο θέατρο.
-Το χαρακτηριστικό δείγμα γραφής του εστιάζει στον ανθρώπινο ψυχισμό, ισχύει;
Απολύτως. Το έργο δεν αφορά τόσο τα γεγονότα, όσο τον τρόπο που τα βιώνει η ηρωίδα. Όλα περνούν μέσα από το φίλτρο της δικής της συνείδησης. Στη σκηνική μας προσέγγιση επιχειρούμε να μπούμε ακριβώς εκεί: μέσα στη ρωγμή του νου της. Τα βίντεο, οι φωτισμοί και η μουσική δεν λειτουργούν ως εφέ ή εξωτερικά σχόλια. Είναι σκέψεις, παλμοί, εσωτερικές εκρήξεις. Είναι οι ψευδαισθήσεις της, οι εικόνες που γεννά ο φόβος και η επιθυμία της. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απ’ έξω. Καλείται να βρεθεί μέσα στο εσωτερικό της τοπίο, να δει τον κόσμο όπως τον βλέπει εκείνη.

–Υπάρχουν μηνύματα στο έργο που παραπέμπουν στη σημερινή εποχή;
Το έργο μιλά για την απομόνωση, την ψυχική πίεση, την ανάγκη να κατασκευάζουμε προσωπικές «ασφαλείς πραγματικότητες» όταν η αλήθεια γίνεται δύσκολη. Αυτό σήμερα είναι πιο έντονο από ποτέ.
Ζούμε σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, υπερπληροφόρησης, ταχύτητας — και ταυτόχρονα βαθιάς μοναξιάς. Ο καθένας μας χτίζει τα δικά του «σύννεφα» για να αντέξει. Το έργο δεν δίνει απαντήσεις. Θέτει όμως ένα καίριο ερώτημα: πόσο αντέχουμε την αλήθεια και πόσο επιλέγουμε την ψευδαίσθηση;
-Χρησιμοποίησες σκηνοθετικά το σωματικό θέατρο, μιας και είσαι μετρ του είδους;
Η σωματικότητα είναι βασικός άξονας της δουλειάς μου. Το σώμα δεν είναι για μένα διακοσμητικό στοιχείο, αλλά φορέας μνήμης, τραύματος, επιθυμίας. Στην παράσταση, το σώμα αποκαλύπτει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λόγια. Οι παύσεις, οι εντάσεις, οι μικρές μετατοπίσεις δημιουργούν εικόνες που λειτουργούν συμβολικά. Το σωματικό θέατρο εδώ δεν είναι τεχνική επίδειξη· είναι τρόπος σκέψης και αφήγησης. Οι σκηνικές εικόνες γεννιούνται από το σώμα και επιστρέφουν σε αυτό.
–Μίλησέ μου για την ομάδα ΒίΔα.
Η θεατρική ομάδα ΒίΔα ιδρύθηκε από τη Βίκυ Καλπάκα και τη Δάφνη Καφετζή. Από την αρχή της πορείας της έχει παρουσιάσει αρκετές παραστάσεις, με κύρια εστίαση στο θέατρο για παιδιά. Πρόκειται κυρίως για πρωτότυπα κείμενα γραμμένα από την ίδια την ομάδα, βασισμένα σε μύθους και παραμύθια, τα οποία προσεγγίζονται με φαντασία, ευαισθησία και σεβασμό στον νεαρό θεατή.
Αυτό που εκτιμώ βαθιά στη ΒίΔα είναι η καθαρότητα της πρόθεσης και η συλλογικότητα στη δημιουργική διαδικασία. Δεν λειτουργούν απλώς ως παραγωγικός πυρήνας, αλλά ως ζωντανός οργανισμός που ερευνά, δοκιμάζει και εξελίσσεται. Τους θεωρώ πολύτιμους συνεργάτες μου, γιατί υπάρχει κοινή καλλιτεχνική γλώσσα και εμπιστοσύνη.
Η επιλογή του έργου «Εσύ και τα σύννεφά σου» ήταν δική τους πρόταση. Είναι σημαντικό ότι αυτή η καλλιτεχνική πρόταση επιλέχθηκε από την επιτροπή επιχορηγήσεων και ανεβαίνει με τη χορηγία του Υπουργείου Πολιτισμού. Αυτό δεν αποτελεί μόνο μια θεσμική στήριξη, αλλά και μια αναγνώριση της ποιότητας και της συνέπειας της ομάδας.
Η συνάντησή μας σε αυτή την παράσταση είναι αποτέλεσμα μιας κοινής πίστης: ότι το θέατρο μπορεί να δημιουργεί κόσμους — είτε απευθύνεται σε παιδιά είτε σε ενήλικες — και να ανοίγει χώρο για ουσιαστική εμπειρία και σκέψη.

-Τι είναι αυτό που όλοι ψάχνουμε στη ζωή μας;
Νομίζω πως όλοι αναζητούμε αποδοχή και νόημα. Θέλουμε να μας δουν πραγματικά, να μας ακούσουν, να αναγνωρίσουν την ύπαρξή μας. Οι ηρωίδες του έργου αναζητούν αυτό ακριβώς — αλλά μέσα από μια διαδρομή που τους οδηγεί σε εσωτερική απομόνωση. Εκεί βρίσκεται και η τραγικότητα: όταν η ανάγκη για αγάπη μετατρέπεται σε φυγή από την πραγματικότητα.
-Η ζωή είναι πάρε-δώσε;
Η ζωή είναι σχέση. Και κάθε σχέση εμπεριέχει ανταλλαγή, ισορροπία, ρίσκο. Όταν η ανταλλαγή διακόπτεται, όταν κάποιος κλείνεται στον εσωτερικό του κόσμο, τότε αρχίζει η αποσύνδεση. Το έργο δείχνει τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος επιλέγει τα «σύννεφα» αντί για τη σύγκρουση της αλήθειας.
-Πώς κρίνεις το θέατρο εν έτει 2026;
Το θέατρο σήμερα βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ανάγκη για εντυπωσιασμό και ταχύτητα· από την άλλη, μια βαθιά ανάγκη για ουσία. Πιστεύω ότι το κοινό αναζητά εμπειρίες που το αγγίζουν αληθινά. Όχι απλώς μια παράσταση, αλλά μια βιωματική κατάδυση. Αν το θέατρο καταφέρει να δημιουργήσει αυτό το πεδίο συνάντησης, τότε παραμένει ζωντανό και αναγκαίο.

-Τι ετοιμάζεις για την καλοκαιρινή σεζόν;
Βρίσκομαι σε στάδιο έρευνας πάνω στο μύθο των Ατρειδών, εστιάζοντας στην ιστορία της Κλυταιμνήστρας. Με απασχολεί η μητροκτονία, αλλά κυρίως η απόλυτη επιβολή της πατριαρχίας που ολοκληρώνεται με τη «δικαίωση» του μητροκτόνου Ορέστη.
Με ενδιαφέρει να εξετάσω σκηνικά πώς ένα σύστημα εξουσίας θεσμοθετεί τη βία και την ονομάζει δικαιοσύνη. Πώς η ιστορία γράφεται από εκείνον που επικρατεί. Η έρευνα αυτή θα κινηθεί έντονα μέσα από τη σωματικότητα και το συμβολισμό — στοιχεία που αποτελούν σταθερό άξονα της δουλειάς μου.
Προς το παρόν, όμως, όλη μας η ενέργεια είναι στραμμένη στην παράσταση «Εσύ και τα σύννεφά σου». Εκεί θέλουμε να συναντηθούμε με το κοινό — να μπούμε μαζί μέσα στο εύθραυστο σύμπαν της ηρωίδας και να αναμετρηθούμε με τα δικά μας «σύννεφα».












































Σχόλια για αυτό το άρθρο