
Η νέα ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά Quiet Life θα προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από τις 22 Οκτωβρίου. Ο βραβευμένος στη Βενετία δημιουργός του συγκλονιστικού “Miss Violence” επιστρέφει με ένα επίκαιρο φιλμ που θα συζητηθεί. Η ταινία απέσπασε το Βραβείο Interfilm στο 81οΔιεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας.
Σουηδία, 2018. Ένα μυστηριώδες σύνδρομο που πλήττει τα παιδιά προσφύγων προκαλεί έντονη ανησυχία στους γιατρούς και τους πολιτικούς.
Ο Σεργκέι και η Νατάλια αναγκάζονται να δραπετεύσουν από τη χώρα τους μετά από μια επίθεση που παραλίγο να στοιχίσει στον Σεργκέι τη ζωή του. Το ζευγάρι εγκαθίσταται στη Σουηδία με τις δύο μικρές τους κόρες και περιμένει την απόφαση της Υπηρεσίας Μετανάστευσης για την αίτηση ασύλου που έχει υποβάλει. Προσπαθούν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή: εργάζονται σκληρά, στέλνουν τα παιδιά τους σε σουηδικό σχολείο, μαθαίνουν τη γλώσσα και υπομένουν τους τακτικούς ελέγχους των αρχών, ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα αποκτήσουν τη σουηδική υπηκοότητα. Όταν όμως η αίτησή τους απορρίπτεται, η μικρότερη κόρη τους, η Κάτια, καταρρέει και βυθίζεται σε ένα ανεξήγητο κώμα. Καθώς ο Σεργκέι και η Νατάλια έρχονται αντιμέτωποι με ένα ηθικό δίλημμα, η αντοχή και η αποφασιστικότητα τους δοκιμάζονται.
Μπορούν να βρουν τη δύναμη και την ελπίδα που χρειάζονται για να σώσουν τις κόρες τους;


Σημείωμα σκηνοθέτη
«Πρωτοέμαθα για το Σύνδρομο Παραίτησης μέσα από δημοσιεύματα για παιδιά προσφύγων στη Σουηδία που είχαν πάψει να ανταποκρίνονται στον κόσμο γύρω τους. Σταματούσαν να μιλούν, να τρώνε, να κινούνται. Κάποια παρέμεναν σε αυτή την κατάσταση για μήνες ή ακόμη και χρόνια. Ήταν σαν τα σώματά τους να έκαναν τη μοναδική πράξη αντίστασης που τους είχε απομείνει: να αποσυρθούν από μια πραγματικότητα που δεν μπορούσαν πια να αντέξουν. Αυτή ήταν η αφετηρία του “Quiet Life”.
Η ταινία γεννήθηκε μέσα από μια αντίφαση που με ταράζει βαθιά: η σύγχρονη Ευρώπη θέλει να φαντάζεται τον εαυτό της ως έναν χώρο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ορθολογισμού και συμπόνιας, ενώ την ίδια στιγμή αναπτύσσει ολοένα και πιο σύνθετους μηχανισμούς για να αποφασίζει ποιος αξίζει προστασία και ποιος όχι. Η βία αυτών των μηχανισμών σπάνια μοιάζει με βία. Εκτυλίσσεται σε τακτοποιημένα γραφεία. Μιλά ήρεμα. Ακολουθεί διαδικασίες. Θέτει λογικές ερωτήσεις, συμπληρώνει έντυπα και παίρνει αποφάσεις σύμφωνα με καθιερωμένους κανόνες. Κανείς δεν χρειάζεται να σε μισεί. Κανείς δεν χρειάζεται καν να αισθάνεται υπεύθυνος για όσα σου συμβαίνουν.
Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο καλούνται να ζήσουν ο Σεργκέι και η Νατάλια. Καταλαβαίνουν πολύ γρήγορα ότι η επιβίωση απαιτεί υπακοή. Εργάζονται. Μαθαίνουν τη γλώσσα. Τα παιδιά τους πηγαίνουν σχολείο. Χαμογελούν όταν αναμένεται να χαμογελάσουν. Απαντούν ξανά και ξανά στις ίδιες ερωτήσεις. Προσπαθούν να γίνουν το είδος των προσφύγων που μια ευρωπαϊκή κοινωνία μπορεί να αποδεχτεί χωρίς δυσφορία: ευγνώμονες, παραγωγικοί, ήσυχοι. Όμως το δικαίωμα να ανήκουν παραμένει υπό όρους.
Για μένα, εδώ βρίσκεται ο πολιτικός πυρήνας της ταινίας. Ένα γραφειοκρατικό σύστημα μπορεί να ασκήσει τεράστια βία ακριβώς επειδή η ευθύνη έχει κατακερματιστεί. Ο καθένας απλώς επιτελεί μια λειτουργία. Ο γιατρός φροντίζει τον ασθενή. Ο υπάλληλος αξιολογεί την αίτηση. Η αστυνομία εκτελεί την απόφαση. Όλοι μπορούν να παραμένουν αξιοπρεπείς, ευγενικοί, ακόμη και συμπονετικοί, ενώ συμμετέχουν σε κάτι βαθιά απάνθρωπο. Ήθελα η οπτική γλώσσα της ταινίας να ενσαρκώνει αυτή την αντίφαση. Τα πάντα είναι ελεγχόμενα, τακτοποιημένα, ήρεμα. Οι χώροι είναι καθαροί. Οι άνθρωποι μιλούν χαμηλόφωνα. Η ορατή επιθετικότητα είναι ελάχιστη. Κι όμως, η οικογένεια ζει κάτω από μια μόνιμη απειλή. Κάτω από τη φαινομενική γαλήνη της κοινωνίας που την περιβάλλει υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα ολόκληρη η ύπαρξή της να διαγραφεί με μια διοικητική απόφαση.
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται η Κάτια. Οι ενήλικες απαιτούν να αναρρώσει, γιατί η ίδια η ανάρρωσή της γίνεται απόδειξη ότι η οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει ξανά. Ακόμη και η ελπίδα μετατρέπεται σε απαίτηση. Το σώμα της, όμως, αρνείται. Και μέσα στην ταινία αυτή η άρνηση μετατρέπεται σε μια πολιτική εικόνα: το σώμα ενός παιδιού που απορροφά όσα ο κόσμος των ενηλίκων αρνείται να αναγνωρίσει. Συχνά περιορίζουμε τη μετανάστευση σε στατιστικές, σύνορα, ποσοστώσεις και νομικές κατηγορίες.
Πίσω όμως από κάθε υπόθεση υπάρχει ένας άνθρωπος που αναγκάζεται να αποδείξει ότι ο πόνος του είναι αρκετά πειστικός, ο φόβος του αρκετά βάσιμος και η ζωή του αρκετά πολύτιμη ώστε να αξίζει προστασία. Το “Quiet Life” αναρωτιέται τι συμβαίνει όταν η σκληρότητα δεν χρειάζεται πια να μοιάζει με σκληρότητα· όταν ο αποκλεισμός μπορεί να εφαρμόζεται ευγενικά, νόμιμα και αποτελεσματικά. Μια κοινωνία δεν θα έπρεπε να κρίνεται μόνο από τη βία που καταδικάζει, αλλά και από τη βία που έχει μάθει να μην αναγνωρίζει».
Αλέξανδρος Αβρανάς

Ο Αλέξανδρος Αβρανάς γεννήθηκε στη Λάρισα το 1977 και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου (Universität der Künste Berlin). Μετά τη δημιουργία αρκετών ταινιών μικρού μήκους, πειραματικών ταινιών και ντοκιμαντέρ, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, με τίτλο Without, απέσπασε επτά βραβεία (καλύτερης ταινίας, καλύτερου νέου σκηνοθέτη, γυναικείας ερμηνείας, φωτογραφίας και μοντάζ) στο Εθνικό Διαγωνιστικό του 49ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η επόμενη ταινία του, με τίτλο Miss Violence, τιμήθηκε με τον Αργυρό Λέοντα Καλύτερης Σκηνοθεσίας και το Coppa Volpi Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας στο 70ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, καθώς και με τρία επιπλέον βραβεία. Η ταινία συνέχισε να διαπρέπει διεθνώς, αποσπώντας συνολικά 12 βραβεία, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Στοκχόλμης. Η πιο πρόσφατη ταινία του, με τίτλο Love Me Not (2017), έκανε πρεμιέρα στο διαγωνιστικό τμήμα του 65ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν και βρήκε διεθνή διανομή. Παράλληλα με τις κινηματογραφικές του ταινίες, ο Αβρανάς σκηνοθετεί και θεατρικά έργα, με το πιο πρόσφατο να ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Το 2019 διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του σεμιναρίου σεναριογραφίας Greece – Puglia Experience Screenwriting Workshop, το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Βόρεια Ελλάδα και στη Νότια Ιταλία στο πλαίσιο του CIAK, ένα έργο που προωθεί τη συνεργασία Ελλάδας και Ιταλίας στον τομέα του κινηματογράφου.

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Αβρανάς
Σενάριο: Σταύρος Παμπαλλής, Αλέξανδρος Αβρανάς
Ηθοποιοί: Chulpan Khamatova, Grigory Dobrygin, Naomi Lamp, Miroslava Pashutina, Ελένη Ρουσσινού
Παραγωγοί: Sylvie Pialat, Alejandro Arenas Azorin, Benoît Quainon, Adeline Fontan Tessaur, Olivier Guerpillon, Frida Hallberg, Reik Möller, Ulf Israel, Riina Sildos, Κώστας Σφακιανάκης, Βίκυ Μίχα, Kaarle Aho
Διεύθυνση φωτογραφίας: Ολυμπία Μυτιληναίου GSC
Μοντάζ: Dounia Sichov
Κοστούμια: Jaanus Vahtra
Σχεδιασμός παραγωγής: Markku Pätilä
Ήχος: Kristjan Kurm, Κώστας Βαρυμποπιώτης, Περσεφόνη Μήλιου
Μουσική: Tuomas Kantelinen
Παραγωγή: Les films du Worso, Elle Driver, Fox in the Snow, Senator Film Produktion, Amrion, Playground, asterisk*, Making Movies
Χρηματοδότηση: Arte, Arte Cinema, Creative Europe MEDIA, Eurimages, Ile- deFrance Region, Wild Bunch, Finnish Film Foundation, Estonian Film Institute, Cultural Endowment of Estonia, Cash Rebate Estonia, Swedish Film Institute, ΕλληνικόΚέντροΚινηματογράφου, EKOME, ΕΡΤ, Film I Väst, TriArt, YLE, TRT
Χώρα Παραγωγής: Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία, Ελλάδα, Εσθονία, Φινλανδία
Γλώσσα: Ρωσικά, Σουηδικά, Αγγλικά
Έτος Παραγωγής: 2024
Διάρκεια: 99





































Σχόλια για αυτό το άρθρο