
Η παρουσία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου στο σύγχρονο ελληνικό θεατρικό γίγνεσθαι δεν συνιστά απλώς μια αξιόλογη καλλιτεχνική διαδρομή, αλλά μια κορυφαία εκδήλωση σκηνοθετικής διάνοιας και αυθεντίας. Συγκαταλέγεται αδιαμφισβήτητα μεταξύ των πλέον εξαίρετων σκηνοθέτιδων της ελληνικής σκηνής, κατακτώντας επάξια μια θέση στην ανώτερη βαθμίδα της καλλιτεχνικής ιεραρχίας, εκεί όπου η σκηνοθεσία δεν περιορίζεται σε τεχνική οργάνωση της παράστασης, αλλά μετατρέπεται σε επιστήμη, φιλοσοφία και υψηλή τέχνη. Διαθέτει μια βαθιά, σχεδόν διεισδυτική γνώση της δραματουργίας, η οποία της επιτρέπει να ανατέμνει το θεατρικό κείμενο με χειρουργική ακρίβεια και να αποκαλύπτει τα υποκείμενα νοήματα, τις υπόγειες εντάσεις και τις λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις των χαρακτήρων. Η ανάγνωση που προτείνει δεν είναι ποτέ επιφανειακή- αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από μια ερμηνευτική πολυπρισματικότητα, όπου κάθε στοιχείο της σκηνικής πράξης- λόγος, σώμα, ρυθμός, σιωπή- εντάσσεται σε ένα αρμονικά δομημένο σύνολο υψηλής αισθητικής συνοχής. Ως σκηνοθέτις, επιδεικνύει εξαιρετική ικανότητα στη διαχείριση του ηθοποιού, τον οποίο δεν αντιμετωπίζει ως απλό εκτελεστή, αλλά ως συνδημιουργό. Με λεπτότητα, ευαισθησία και βαθιά παιδαγωγική αντίληψη, καλλιεργεί ένα πεδίο εμπιστοσύνης και δημιουργικής ελευθερίας, μέσα στο οποίο οι ερμηνείες αποκτούν εσωτερικότητα, αλήθεια και εκφραστική πληρότητα. Η καθοδήγηση της δεν επιβάλλεται- αποκαλύπτεται. Δεν περιορίζει- απελευθερώνει. Και ακριβώς σε αυτή τη διακριτική, αλλά αποφασιστική της παρέμβαση εδράζεται η ιδιότητά της ως ”σκηνοθέτιδα των σκηνοθετών”, μια δημιουργός που διδάσκει ακόμη και τους πλέον έμπειρους μέσα από την ίδια την πράξη της. Η σκηνική της γραφή διακρίνεται για την αυστηρή δομική της συγκρότηση και την ταυτόχρονη ποιητική της διάσταση. Κατέχει σε βάθος τη ρυθμολογία της παράστασης, γνωρίζει πότε να επιταχύνει και πότε να αναστέλλει, πότε να φωτίζει και πότε να αποσύρει, δημιουργώντας έτσι ένα δυναμικό πεδίο έντασης και εκτόνωσης που καθηλώνει τον θεατή. Η χρήση του σκηνικού χώρου, του φωτός και της σιωπής δεν είναι απλώς λειτουργική, αλλά απολύτως νοηματοδοτημένη, ενταγμένη σε μια ευρύτερη σκηνοθετική σύλληψη που υπηρετεί με συνέπεια το δραματουργικό όραμα. Ως προσωπικότητα, η Αθανασία Καραγιαννοπούλου ενσαρκώνει το πρότυπο της αληθινής κυρίας του θεάτρου: το ήθος της, η ευγένεια, των τρόπων της, η εσωτερική της καλλιέργεια και η ψυχική της γενναιοδωρία συγκροτούν μια σπάνια σύνθεση ανθρωπιάς και πνευματικής ακτινοβολίας. Η σχέση της με τους συνεργάτες της- ηθοποιούς και τεχνικούς- διέπεται από σεβασμό, εκτίμηση και ουσιαστική επικοινωνία, στοιχεία που μετατρέπουν κάθε της παράσταση σε πεδίο δημιουργικής συνύπαρξης. Ιδιαίτερη μνεία οφείλεται στη συνεργασία της με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος για τον ”Βυσσινόκηπο”, μια επιλογή που φανερώνει την ευθυκρισία και την βαθιά της πίστη στη δυναμική του θεσμικού θεάτρου. Η ίδια αναγνώρισε στο συγκεκριμένο θέατρο την ιδανική σκηνή για την ανάδειξη του ”Βυσσινόκηπου” τιμώντας παράλληλα το ανθρώπινο δυναμικό του με λόγια ειλικρινούς εκτίμησης. Στη σκηνοθετική της προσέγγιση του ”Βυσσινόκηπου” σε συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος κατέδειξε με υποδειγματικό τρόπο την ικανότητά της να γεφυρώνει το κλασικό με το σύγχρονο. Μέσα από μια σκηνοθεσία υψηλής ευκρίνειας και στοχαστικής δύναμης, ανέδειξε τον πυρήνα της τσεχοφικής σκέψης συνομιλώντας ουσιαστικά με τον Άντον Τσέχοφ και μεταφέροντας το έργο σε ένα πεδίο διαχρονικής επικαιρότητας. Η ανάγνωση της δεν περιορίστηκε στη δραματική αφήγηση, αλλά επεκτάθηκε σε ένα φιλοσοφικό στοχασμό για την εργασία ως μοχλό αναγέννησης και για τη μετάβαση από έναν κόσμο που φθίνει σε έναν νέο που αναδύεται συχνά με βίαιο τρόπο. Επιπλέον, η σκηνοθετική της ταυτότητα χαρακτηρίζεται από μια αδιάλειπτη αναζήτηση της ουσίας του θεάτρου ως μυσταγωγικής εμπειρίας. Η ίδια με υψηλό αίσθημα ευθύνης απέναντι στην τέχνη, δεν διστάζει να επισημάνει την έλλειψη εκείνης της βαθιάς κατάνυξης που θα έπρεπε να διαπερνά τη σύγχρονη σκηνική πράξη, αναδεικνύοντας έτσι όχι μόνο την καλλιτεχνική της ευαισθησία αλλά και την κριτική της εγρήγορση. Παράλληλα, το καλλιτεχνικό της όραμα εκτείνεται και πέραν του δραματικού ρεπερτορίου, εκφράζει έντονη επιθυμία να καταπιαστεί με το είδος του μιούζικαλ με έργα υψηλών απαιτήσεων, όπως το Sunset Boulevard , αποδεικνύοντας τη φιλοδοξία της να διευρύνει διαρκώς τα σκηνοθετικά της μέσα. Εν τέλει, η Αθανασία Καραγιαννοπούλου συνιστά ένα σπάνιο παράδειγμα σκηνοθέτιδας που ενσωματώνει στο μέγιστο βαθμό την έννοια της καλλιτεχνικής αριστείας. Η αξία της δεν έγκειται μόνο στις επιμέρους επιτυχίες της, αλλά στη συνολική της συμβολή στην αναβάθμιση του σκηνοθετικού λόγου στην Ελλάδα. Με την πνευματική της οξύτητα, την αισθητική της ακρίβεια και την αδιάπτωτη αφοσίωσή της στο θέατρο, καταγράφεται ήδη ως μία τις πλέον εξέχουσες μορφές της σύγχρονης σκηνοθετικής δημιουργίας, ένα σημείο αναφοράς για το παρόν και ένα σταθερό μέτρο σύγκρισης για το μέλλον.

-Το δέλεαρ να συνεργαστείς με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ήταν ο ”Βυσσινόκηπος”;
Το δέλεαρ ήταν να γίνει ο «Βυσσινόκηπος» στο Κρατικό Θέατρο. Είναι το ιδανικό θέατρο με την ιδανική Σκηνή (Βασιλικό Θέατρο) και το ιδανικό δυναμικό (ηθοποιοί και τεχνικοί)!
– Στα έργα του Τσέχοφ αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής;
Αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ψυχής – του ψυχισμού του ανθρώπου μπροστά στα χτυπήματα της πραγματικότητας. Να κινδυνεύει η στέγη σου, η ασφάλειά σου, τα συναισθηματικά και οικογενειακά κειμήλια, να κινδυνεύουν οι μνήμες – ο ασφαλής τόπος σου στις δύσκολες στιγμές- αυτό είναι φθορά. Όμως, τι έκανες για να τα προστατέψεις; Τι κάνεις τώρα για να ξεκινήσεις μια νέα ζωή που θα χτίσει νέες μνήμες; Αυτό μας ρωτά ο Τσέχοφ.
– Οι ρωγμές της οικογένειας που εμπεριέχονται στη μικρή κοινωνία του ”Βυσσινόκηπου” υπάρχουν και στη σημερινή εποχή;
Οι ρωγμές μας πλέον είναι πιο εμφανείς και από το λείο της ύπαρξής μας. Σε άλλους – σε εκείνους που παραιτούνται μπροστά στο πρόβλημα- είναι ρωγμές που ανοίγουν σταδιακά και αποκαλύπτουν ένα μικρό χάος πόνου, σε άλλους – σε εκείνους που ορμούν δυναμικά και αντιμετωπίζουν τη ζωή- είναι ρωγμές που έγκαιρα και δυναμικά κλείνουν και στοκάρονται, βάφονται και αργούν να ξαναφανούν… Αν ξαναφανούν…

– Ο ”Βυσσινόκηπος” συνδυάζει στοιχεία κωμωδίας και τραγικωμωδίας και αναδεικνύει την κοινωνική αλλαγή και την ανθρώπινη αδυναμία να την αντιμετωπίσει;
Το έργο είναι (ευτυχώς) μια φάρσα που καλύπτει την τραγωδία: Η κοινωνική αλλαγή έρχεται πάντα από τις νέες γενιές. Και πάντα είναι οι μεγαλύτερες γενιές που την αρνούνται. Όσο πιο πολλά χρόνια περπατήσεις σ’ αυτή τη γη, τόσο περισσότερο κολλάς με συνήθειες, τόπους, ανθρώπους και αναμνήσεις. Κάθεσαι βολικά πάνω σε μια παιδική κούνια που κάποτε μια μάνα ή ένας πατέρας την έσπρωχνε και τώρα έρχεται ο συντηρητής του Κόσμου να σε σηκώσει γιατί οι αλυσίδες σάπισαν. Η εικόνα όμως ενός μεγάλου που κάνει σαν παιδί, μιας πτωχευμένης οικογένειας που δίνει μεγαλειώδη χορό -όπως στην παράσταση- μπορεί να κρύβει θλίψη αλλά πρωτίστως είναι αστεία. Αυτός είναι ο Βυσσινόκηπος: Μια παρέα ανθρώπων στο μεταίχμιο της ζωής τους που προκαλούν απίθανο γέλιο και βαθιά θλίψη.
– Εσύ πώς τον προσέγγισες;
Απλώς διάβασα πολύ καλά το έργο. Τόσο καλά που όποια απορία είχα εγώ ή οι ηθοποιοί βρίσκαμε την απάντηση στο γράμμα του Τσέχοφ. Κι έτσι δύσκολα νομίζω προδίδουμε το πνεύμα του. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το είπε ο συγγραφέας, εκτός από τις αλλαγές μεταξύ των πράξεων που εκεί, μιλάει και λίγο ο σκηνοθέτης…
– Τι συμβολίζει;
Τον κόσμο που φεύγει. Βίαια ή σταδιακά. Την εικόνα της ασφαλούς παιδικής μας ηλικίας που σβήνει μαζί με τους αριθμούς στον τοίχο που μετρούσαν οι γονείς μας το ύψος μας. Το οικογενειακό μας τραπέζι που κάποτε δεν χωρούσε τα πιάτα και τους συγγενείς, τώρα άδειο και ρημαγμένο, να λιώνει τελικά κάτω από το σπίτι που κατεδαφίζεται. Ο ‘Βυσσινόκηπος’ δίνει τη θέση του στη Νέα Εποχή που εισβάλλει βίαια.

– Οι ήρωες του αδυνατούν να αντιληφθούν την πραγματικότητα και είναι προσκολλημένοι στο παρελθόν, την απώλεια και το πέρασμα του χρόνου;
Μα είναι προσκολλημένοι στο παρελθόν ακριβώς επειδή αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα αλλά δεν μπορούν να την παρακολουθήσουν. Επειδή, είναι ανήμποροι γιατί συνήθισαν μόνο να τους υπηρετούν. Δεν εργάζονται, δεν γνωρίζουν πώς είναι να χτίζεις μόνος σου μια ζωή. Εξαρτημένοι πάντα από άλλους, τώρα μένουν να κοιτάζουν εκείνους που προχωρούν μπροστά με τη δουλειά, τη μόρφωση, την επιστήμη. Ο Τσέχοφ επανέρχεται στο αγαπημένο του δίδαγμα: Μόνο με τη δουλειά θα τα καταφέρουμε να πάμε μπροστά. Δουλεύω και δημιουργώ ξανά το μέλλον μου- φυτεύω ένα νέο ‘Βυσσινόκηπο’.
-Προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την αβεβαιότητα και το φόβο του κενού της απώλειας, έχοντας μια παιδική αφέλεια στον τρόπο που συμπεριφέρονται;
Υπάρχουν εκείνοι που έχουν μια παιδική αφέλεια (Οι αριστοκράτες Λιουμπόφ και Γκάγιεφ) αλλά κι εκείνοι που στερήθηκαν την κυριολεκτική παιδική ανεμελιά και συμπεριφέρονται με λογική, οργανωτικότητα και πρακτικότητα (Λοπάχιν, Βάρια). Υπάρχουν και οι άλλοι που ακολουθούν το ρεύμα της εποχής ή εφευρίσκουν τρόπους να του πάνε προσωρινά κόντρα… Μια μικρή κοινωνία με ανθρώπους- σύμβολα είναι ο ‘Βυσσινόκηπος’… Και οι υπέροχοι ηθοποιοί της παράστασής μας θα αφήσουν θεατρική ιστορία υπηρετώντας τους ρόλους.

– Πώς είναι να συνεργάζεσαι με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος;
Μετά από 26 χρόνια που εργάστηκα εδώ ως ηθοποιός και μεταφράστρια, νιώθω σαν να ξαναγυρίζω σε έναν εξαιρετικά οικείο και ασφαλή τόπο. Είναι και η πόλη που αγαπώ, αλλά είναι και οι άνθρωποι που δουλεύουν στο ΚΘΒΕ. Θα ξεχωρίσω τους ηθοποιούς του Κρατικού (που μαζί με τους Αλμπάνη, Μπαλαούρα και Ευταξόπουλο καθώς και μαζί με δύο νεότατους ηθοποιούς που γνώρισα σε μια μεγάλη ανοιχτή ακρόαση) που είναι οι ωραιότεροι συνεργάτες του θεατρικού κόσμου!
– Πώς βλέπεις το θέατρο εν έτει 2026;
Μιλάτε για το Ελληνικό θέατρο. Πολυποίκιλο, δυναμικό, με νέους δημιουργούς που «επαναστατούν» με τα οράματα τους. Γίνονται εξαιρετικές παραστάσεις με εξαιρετικούς ηθοποιούς παγκοσμίου επιπέδου. Μου λείπει λίγο η κατάνυξη: Μου αρέσει το θέατρο ,όταν μου θυμίζει το λόγο για τον οποίο ασχολήθηκα με αυτό – όταν όλα ησυχάζουν και βυθίζεσαι στο σκοτάδι του θεατή με μόνη λαμπερή οθόνη τη σκηνή. Όταν δεν ακούς ούτε ανάσα. Όταν τελειώνει η παράσταση και η ζωή σου έχει λίγο «μετακινηθεί». Αυτό, πια, δεν υπάρχει. Να! Ο ‘Βυσσινόκηπος’ μου εμένα είναι εκείνο το κατανυκτικό θέατρο με το σεβασμό του θεατή και το απερίσπαστο δόσιμο του ηθοποιού (σαν την πρώτη παράσταση που είχα δει στο Θέατρο Τέχνης) που καταλαβαίνω πως έφυγε ανεπιστρεπτί για να δώσει τη θέση του σε ένα σύγχρονο θέατρο, όπου μια παράσταση θα χτιστεί μέσα από χίλια εμπόδια και με κίνητρα άλλα πέραν του οράματος και θα γίνει μπροστά σε ένα κοινό που θα σκρολάρει σε άλλες οθόνες πέραν της σκηνικής ή θα βιάζεται να ποστάρει ό,τι είδε πριν καν αυτό «γράψει» εντός του.

– Ποιο έργο του παγκόσμιου ρεπερτορίου επιθυμείς πολύ να σκηνοθετήσεις;
Δεν το λέω. Είναι όμως πολύ μεγάλο και πολύ παλαιό. Αλλά μπορώ να πω ότι επιθυμώ διακαώς να ανεβάσω ένα μιούζικαλ – σαν το Sunset Boulevard. Έχουμε πλέον υπέροχους ηθοποιούς με εξαιρετικές μουσικές και χορευτικές ικανότητες.
– Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σου σχέδια;
Έχουμε ξεκινήσει καιρό τώρα την υλοποίηση μιας θεατρικής ιδέας με τον Αντίνοο Αλμπάνη για ένα έργο σύγχρονο και απίστευτο. Αλλά, θα μου επιτρέψετε να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη με τον «Βυσσινόκηπο». Ο δρόμος του μόλις ξεκίνησε και μπορώ να πω ‘’Τώρα εγώ ονειρεύομαι’’.











































Σχόλια για αυτό το άρθρο