
Η μορφή του Γιάννη Kαλαβριανού εγγράφεται στο σύγχρονο θεατρικό ορίζοντα ως μια σπάνια περίπτωση δημιουργού που δικαιώνει στην πράξη τον τίτλο του σκηνοθέτη με την πλήρη, ουσιαστική και ιστορικά συνειδητή σημασία του όρου. Δεν πρόκειται απλώς για έναν τεχνίτη της σκηνής, αλλά για έναν βαθύ γνώστη των μηχανισμών του θεάτρου, για έναν γλωσσοπλάστη που αντιλαμβάνεται τον λόγο ως υλικό ζωντανό, εύπλαστο και ιερό, και ταυτόχρονα για έναν δραματουργό με σπάνια ικανότητα να μεταστοιχειώνει την παράδοση σε παρόν. Η δημιουργική του παρουσία τιμά το ελληνικό θέατρο, όχι μέσα από εύκολες ρητορείες, αλλά μέσω μιας πράξης ευθύνης απέναντι στην ιστορία, την αισθητική και -κυρίως- στον άνθρωπο. Το έργο του συγγραφικό και σκηνοθετικό, συνιστά ένα σύνολο πολύτιμων λίθων που λάμπουν χάρις στην εσωτερική τους πειθαρχία και την ποιητική τους καθαρότητα. Κάθε παράσταση φέρει την υπογραφή ενός καλλιτέχνη που γνωρίζει πώς να συνομιλεί με το παρελθόν χωρίς να το προδίδει, πώς να αναπνέει μέσα στο παρόν χωρίς να υποκύπτει στις ευκολίες του. Σε μια εποχή όπου το θέατρο συχνά παρασύρεται από την επιφάνεια, αποπροσανατολισμένο από ρήτορες της εικόνας και εμπόρους εντυπώσεων- όπως ο ίδιος δηλώνει- ο Γιάννης Καλαβριανός επιλέγει την οδό της ειλικρίνειας. Και αυτή η επιλογή καθίσταται βαθιά πολιτική. Είναι μια άρνηση της ευκολίας, μια αντίσταση στην επιδερμικότητα, μια επίμονη επιστροφή στην ουσία του ανθρώπινου βλέμματος! Εμβληματικό παράδειγμα της δημιουργικής του ιδιοσυστασίας αποτελεί ο ”Αγαπητικός της βοσκοπούλας” που παίζεται στο θέατρο Ακροπόλ. Συγκινημένος από τον πυρήνα της ιστορίας του Δημητρίου Κορομηλά, ο Καλαβριανός δεν επιδόθηκε σε μια απλή αναβίωση ούτε σε μια αυτάρεσκη αποδόμηση. Αντιθέτως, έγραψε εκ νέου το έργο σε δεκαπεντασύλλαβο, μεταφέροντάς το στη φόρμα του μιούζικαλ, και το εμπιστεύτηκε στη συγκινητική, ευφυή και απολύτως λειτουργική μουσική του Θοδωρή Οικονόμου. Πρόκειται για μια πράξη δημιουργικής αναγέννησης: η παράδοση γίνεται παρόν, χωρίς να χάνει το άρωμα της εποχής της, τα ήθη, τις ψυχολογίες, το αξιακό της φορτίο. Οι χαρακτήρες παραμένουν πιστοί στον ιστορικό τους χρόνο και όμως μιλούν με αμεσότητα στο σήμερα. Η μέθοδος του Καλαβριανού αποκαλύπτεται εδώ με σπάνια διαύγεια. Αντί να επιβάλλει μια σκηνοθετική ”άποψη” ως αυτάρκη μηχανισμό εντυπωσιασμού, εργάζεται υπόγεια με σεβασμό στη δραματουργική ρίζα. Ανασκάπτει τον πυρήνα, αφαιρεί το περιττό, φωτίζει την ανθρώπινη ανάγκη που πάλλεται κάτω από τις λέξεις. Η ανανέωση προκύπτει από τη βαθιά κατανόηση και όχι από την επιθυμία της πρωτοτυπίας… Έτσι η σκηνή μετατρέπεται σε τόπο αποκάλυψης και όχι επίδειξης. Το βλέμμα του δεν κραυγάζει- επιμένει. Δεν διαλύει- συνθέτει. Δεν προδίδει- ερμηνεύει. Η μόνη, φαινομενικά τολμηρή, σκηνοθετική χειρονομία- η εισαγωγή ενός αφηγητή με απόηχους από το ελισαβετιανό θέατρο- όχι μόνο δεν τραυματίζει το δραματουργικό πυρήνα, αλλά λειτουργεί ως μεγεθυντικός φακός της συγκίνησης. Η εξιστόρηση, η λεπτομερής περιγραφή, η ποιητική απόσταση που δημιουργείται, επιτρέπουν στο κοινό να βυθιστεί βαθύτερα στην ουσία του έργου: στον έρωτα ως κινητήρια δύναμη της ζωής, αλλά και στην ασφυκτική πατριαρχική δομή που ορίζει τις τύχες των γυναικών. Εκεί, μέσα σε αυτή τη διπλή ανάγνωση- λυρική και κριτική- η επικαιροποίηση επιτυγχάνεται όχι με κραυγές, αλλά με αλήθεια! Και είναι ακριβώς εδώ που η παράσταση αποκτά την αιχμηρή της διάσταση. Μιλώντας για έναν κόσμο του 1891, ο Καλαβριανός καθρεφτίζει το σήμερα, ένα σήμερα που συχνά μοιάζει εξίσου ασφυκτικό, παγιδευμένο σε νέες μορφές εξουσίας και σε παλαιές αυταπάτες. Χωρίς διδακτισμό, χωρίς επιθετική επικαιροθηρία, η σκηνοθεσία υποδεικνύει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται όταν η κοινωνία αρνείται να ακούσει τις ρωγμές της. Το θέατρο, έτσι, γίνεται χώρος μνήμης και ταυτόχρονα πεδίο εγρήγορσης. Η σκηνοθεσία, για τον Καλαβριανό, μοιάζει να είναι ο τόπος όπου ο ίδιος -και μαζί του οι θεατές- μπορούν να αναπνεύσουν. Πρόκειται για μια αναπνοή επίπονη αλλά λυτρωτική, γιατί προϋποθέτει συμμετοχή. Οι παραστάσεις του εγκαθιδρύουν διάλογο, ζητούν συνδημιουργία, απαιτούν συναισθηματική και πνευματική εγρήγορση. Δεν προσφέρουν έτοιμα συμπεράσματα- ανοίγουν περάσματα. Δεν κολακεύουν το κοινό- το εμπιστεύονται. Δεν είναι τυχαίο ότι ό,τι καταπιάνεται να ανεβάσει συναντά θερμή ανταπόκριση- το κοινό αναγνωρίζει την αυθεντικότητα όταν τη συναντά, αναγνωρίζει το σπάνιο ήθος που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να συναντήσει. Στον ”Αγαπητικό της Βοσκοπούλας”, η επιτυχία αυτή εδραιώνεται και από το σύνολο των ερμηνευτών. Οι ηθοποιοί μηδενός εξαιρουμένου, υπηρετούν με αφοσίωση το όραμα του σκηνοθέτη, κινούνται με ακρίβεια ανάμεσα στο λυρικό και το δραματικό, τραγουδούν και μιλούν με μέτρο, αποκαλύπτοντας την εσωτερική μουσικότητα των προσώπων. Καμία φιγούρα δεν περισσεύει, κανένας ρόλος δεν λειτουργεί διακοσμητικά. Το αποτέλεσμα είναι μια σπάνια συλλογική κατάθεση, όπου η ατομική δεξιοτεχνία μετατρέπεται σε ενιαίο παλμό, σε μια κοινότητα αισθήματος που απλώνεται από τη σκηνή έως την πλατεία! Η παράσταση προσφέρει δύο ώρες ουσιαστικής απόλαυσης, αλλά δεν περιορίζεται στην ψυχαγωγία. Αφήνει τον θεατή πλουσιότερο σε σκέψη, σε συναίσθημα, σε επίγνωση. Τον καλεί να επανεξετάσει τι σημαίνει αγάπη, τι σημαίνει ελευθερία, τι σημαίνει να κληρονομείς έναν κόσμο και να προσπαθείς να τον αλλάξεις χωρίς να τον ακυρώσεις… Και αυτό είναι τελικά το μέτρο της μεγάλης τέχνης- να σε μετακινεί αθόρυβα, αλλά οριστικά!

– Τι σε έκανε να θέλεις να ανεβάσεις Δημήτριο Κορομηλά;
Σκηνοθετώ ένα καινούριο έργο, που το έγραψα από την αρχή μέχρι το τέλος σε δεκαπεντασύλλαβο, χρησιμοποιώντας την ιστορία του Αγαπητικού της βοσκοπούλας, του Δημήτριου Κορομηλά. Το κείμενο είναι ολοκληρωτικά καινούριο, γι΄αυτό και δεν θεώρησα σωστό να χρησιμοποιήσω το όνομά του. Η ιστορία του με συγκίνησε, χωρίς να το καταλάβω. Ξεκίνησα λοιπόν με την ιδέα μιας διασκευής, για να περιοριστούν οι 27 επώνυμοι χαρακτήρες και οι άλλοι ανώνυμοι, σε 12. Γράφοντας σιγά σιγά τις σκηνές, συνειδητοποίησα πως πολλά θέματα άλλαζαν, το χιούμορ αναδυόταν, εστίαζα στις πατριαρχικές σχέσεις της εποχής και στην ασφυξία των γυναικών. Το νέο έργο ολοκληρώθηκε μετά από 14 εκδοχές. Διατήρησα την ιστορία, τα ονόματα των βασικών ηρώων, μεγάλωσα δευτερεύοντες ρόλους και προσέθεσα έναν αφηγητή που αντλεί την καταγωγή του από τους τρελούς του ελισαβετιανού θεάτρου.
– H δύναμη του έρωτα και της αγάπης ήταν ένα ισχυρό δέλεαρ που σήμερα εκλείπουν από την εποχή μας, υπό το πρίσμα της αθωότητας τότε;
Πάντα ο έρωτας είναι η κινητήριος δύναμη, είτε ως παρούσα κατάσταση είτε ως ανάμνησή του. Η εποχή οδεύει σιγά σιγά στην απομάγευση και ο ρόλος μας είναι να μπολιάζουμε την ωμότητα της καθημερινότητας με στιγμές ποίησης και ομορφιάς. Που όσο κι αν νομίζουμε πως δεν τις χρειαζόμαστε, όταν συμβαίνουν μας παρασύρουν αμέσως. Και το είδαμε να συμβαίνει με ένταση στις παραστάσεις που ήδη δώσαμε!
– Ο έρωτας είναι τόσο ισχυρός που είναι ανίκητος και στη μάχη ακόμη;
Το έχει ήδη πει ο Σοφοκλής και θα ήμουν ανόητος και ως άνθρωπος που έχει ερωτευθεί και ως επαγγελματίας συγγραφέας να τον αμφισβητούσα…
– Του προσέδωσες φρέσκια ματιά συγγραφικά ή το διασκέδασες ολοκληρωτικά;
Όπως είπα πιο πριν, το ξαναέγραψα από την αρχή. Διατηρήθηκε ο χρόνος και ο τόπος. Δεν με αφορούν οι μεταφορές της δράσης στο σήμερα. Δεν επιτυγχάνεται με αυτό τον τρόπο η επικαιροποίηση των έργων. Ο μόνος τρόπος να μας αφορούν σήμερα είναι η ειλικρίνεια. Από τη φάση της μελέτης τους, των δοκιμών, των αισθητικών επιλογών, μέχρι τη φωτογράφηση και τη διαφήμιση. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ξεπερασμένο πια από το να προσπαθεί κανείς να γίνει με το ζόρι κάτι άλλο.

– Γιατί το έκανες μιούζικαλ;
Ήθελα από την αρχή να κάνω μια παράσταση με πολλή μουσική. Το συζητήσαμε με τον Θοδωρή Οικονόμου και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε. Μαζί με το καινούριο κείμενο, ο Θοδωρής έγραψε μια εντυπωσιακά φρέσκια, ευαίσθητη, συγκινητική, έξυπνη μουσική που έτυχε άμεσης αποδοχής.
– Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου συνέβαλε καθοριστικά στην παράσταση;
Φυσικά, είμαστε συνδημιουργοί, εγώ έγραψα το κείμενο και τους στίχους και εκείνος τη μουσική και τις ενορχηστρώσεις. Η σκηνοθεσία ανήκει σε εμένα, αλλά η μουσική εδώ είναι συμπληρωματική του κειμένου.
– Πώς βλέπεις το θέατρο εν έτει 2026;
Το θέατρο είναι γέννημα της κοινωνίας και των στιγμών της… Είναι λοιπόν κι αυτό μπερδεμένο, οικονομικά στριμωγμένο, εξαπατημένο από ρήτορες και εμπόρους της εικόνας και των εύκολων συνθημάτων και συχνά άχαρο και αποπροσανατολισμένο. Ευελπιστώ όμως πως θα συνεχίσει να φτιάχνει διαμάντια, σε πείσμα του εμπορίου και της κουλτούρας των follower και των likes. Για να τα ανακαλύπτουν όσοι μπορούν να τα αναγνωρίσουν.
– Οι πολλές παραστάσεις και οι πολλές σκηνές συμβάλλουν υπέρ της ποιότητας ή όχι;
Η ποιότητα και η ποσότητα είναι δύο εντελώς ανεξάρτητες και μη επηρεαζόμενες διαστάσεις. Ούτε ωφελεί η ποσότητα ούτε βλάπτει. Μπορεί η υπερπροσφορά να κουράσει ή να αποπροσανατολίσει τους θεατές, αλλά δεν θα έφτιαχνα καλύτερη παράσταση αν οι μισοί σκηνοθέτες έπαυαν αύριο να σκηνοθετούν…

– Η σκηνοθεσία τι είναι για σένα;
Ο χώρος που με βοήθησε να ανασάνω, να αφιερώσω τη δημιουργικότητά μου, να κατανοήσω τις αντιδράσεις και τις αδυναμίες μου και να νιώθω τυχερός που μπορώ να κάνω κάτι που δεν είχα ονειρευτεί, αλλά έδωσε νόημα στη ζωή μου!
– Ποιο έργο θα ήθελες να σκηνοθετήσεις πολύ και είναι απωθημένο σου;
Προσπαθώ να μην έχω μεγάλες επιθυμίες, για να μην καταλήγουν σε μεγάλα απωθημένα. Ήθελα πολύ να κάνω μια διασκευή του Δράκουλα. Έγινε όμως φέτος, οπότε μάλλον δεν θα το κάνω ποτέ. Δεν με πειράζει καθόλου, θα γράψω κάτι άλλο.
– Οι παραστάσεις σου σημειώνουν επιτυχία. Έχεις κοινό που σε ακολουθεί;
Ο σταθερός διάλογος μου, ως θεατής, με έργα άλλων δημιουργών, είναι για εμένα πάγιος. Με τα χρόνια και με αρκετές πια παραστάσεις, μπορώ να πω με ψυχραιμία πως έχει φτιαχτεί ένας αντίστοιχος διάλογος με τους θεατές των δικών μου παραστάσεων. Αυτό που χαίρομαι πολύ είναι η παρουσία θεατών ασκημένων ή μη και με διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο, που δεν έρχονται εξαιτίας μιας καλή διαφημιστικής καμπάνιας, αλλά της εμπιστοσύνης.
– Παράλληλα, στο Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου παίζονται οι ”Γιοι και οι κόρες”, τους έδωσες νέα πνοή;
Αυτή είναι άλλη μια αγαπημένη στιγμή, μια παράσταση που ξεκίνησε από την οικογένειά μου και το θάνατο του παππού μου και την έχουν αγκαλιάσει χιλιάδες θεατών όλα αυτά τα χρόνια. Φέτος, φτιάχτηκε ένας καινούριος θίασος πέντε υπερταλαντούχων νέων ηθοποιών που παίζουν παράλληλα και τη μουσική της παράστασης, συγκεντρώθηκαν καινούριες ιστορίες, άλλαξε η όψη, αλλά διατηρήθηκε η συγκίνηση, το χιούμορ και η δύναμη του ανθρώπου μπροστά στα συμβάντα της ζωής.
– Τι ετοιμάζεις για την καλοκαιρινή σεζόν;
Θα είναι μία περίοδος προετοιμασίας για πολλά διαφορετικά σχέδια. Ελπίζω να έχω υγεία και χρόνο για να μπορέσω να γράψω με μεγαλύτερη ευχέρεια.












































Σχόλια για αυτό το άρθρο