
ScreenshotΗ καλλιτεχνική διαδρομή του Γιώργου Βάλαρη αποτυπώνει μια σταθερή και συνειδητή προσήλωση στη σκηνοθετική έρευνα, η οποία τα τελευταία χρόνια αποκτά ιδιαίτερη ένταση και συστηματικότητα. Η σκηνοθετική του πράξη δεν εξαντλείται στη διαχείριση ενός κειμένου ή στη διευθέτηση της σκηνικής δράσης- συνιστά μια σύνθετη διαδικασία ερμηνευτικής αποκωδικοποίησης, αισθητικής πρότασης και ρυθμικής αρχιτεκτονικής. Με όρους σχεδόν εργαστηριακούς, οικοδομεί παραστάσεις, όπου η εικόνα, η μουσική, το σώμα και ο λόγος συνυπάρχουν σε μια δυναμική ισορροπία, αποκαλύπτοντας τη βαθιά του κατανόηση της σκηνικής σύνθεσης. Παράλληλα, η ιδιότητά του ως ηθοποιού δεν έχει ουδέποτε αποσπαστεί από τη σκηνοθετική του ταυτότητα. Αντιθέτως, λειτουργεί ως εσωτερικός μηχανισμός εγρήγορσης. Ακόμη και όταν σκηνοθετεί ακατάπαυστα, η σκέψη του παραμένει ηθοκεντρική: αντιλαμβάνεται τη σκηνή μέσα από την αναπνοή του ερμηνευτή ,από την ψυχοσωματική του διαδρομή, από το βλέμμα που ανταλλάσσεται με το κοινό. Η σκηνοθεσία του φέρει, επομένως, το ίχνος μιας βιωματικής γνώσης της υποκριτικής τέχνης- γνωρίζει τις αντοχές, τις αγωνίες και τις λεπτές αποχρώσεις της ερμηνείας, και για αυτό καθοδηγεί με ακρίβεια, αλλά και με σεβασμό τον ηθοποιό! Η παρουσία του ηθοποιού μέσα του δεν έχει σιγήσει- αντιθέτως, τροφοδοτεί τη σκηνοθετική του οξυδέρκεια. Η απόφασή του να στραφεί φέτος στο ρεπερτόριο με τον ”Γλάρο” του Αντόν Τσέχοφ αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Η επιλογή ενός έργου που πραγματεύεται τη φύση της τέχνης, τη σύγκρουση των γενεών και την αγωνία της δημιουργίας, δεν είναι μόνο αισθητική- είναι αυτοαναφορική και στοχαστική. Στο χώρο Φίατ, όπου η σκηνοθετική του πρόταση φιλοδοξεί να μετατρέψει το κλασικό σε σύγχρονη κραυγή, ο Βάλαρης επιχειρεί μια ανάγνωση που θα αναδείξει τη νεανική ασφυξία, την ανάγκη για φωνή, τη ρήξη με τις κατεστημένες φόρμες. Η επιλογή της Κατερίνας Διδασκάλου στο ρόλο της Αρκάντινα εντάσσεται σε αυτή τη λογική: μια ερμηνεύτρια με ισχυρό σκηνικό αποτύπωμα, ικανή να φέρει στο φως την πολυπλοκότητα μιας ηρωίδας που ισορροπεί ανάμεσα στη ματαιοδοξία και στην υπαρξιακή της ανασφάλεια. Ταυτόχρονα, η δημιουργική του ανησυχία δεν περιορίζεται στο κλασικό ρεπερτόριο. Ετοιμάζει ήδη μια νέα μουσικοθεατρική πρόταση, η οποία σύμφωνα με τις προθέσεις και την έως τώρα πορεία του, αναμένεται να συζητηθεί έντονα… Η ικανότητα του να μετασχηματίζει το μουσικό θέαμα σε ολοκληρωμένη δραματουργική εμπειρία, με σαφή σκηνοθετική άποψη και υψηλή παραγωγική φροντίδα, καθιστά κάθε νέο του εγχείρημα αντικείμενο αναμονής και διαλόγου. Εκείνο που τελικώς διακρίνει τον Γιώργο Βάλαρη είναι η συνέπεια ανάμεσα στο όραμα και στην πράξη. Εργάζεται με πειθαρχία, μεθοδικότητα και αίσθημα ευθύνης, αντιμετωπίζοντας το θέατρο όχι ως πρόσκαιρο γεγονός, αλλά ως διαρκή πολιτισμική παρέμβαση. Οι σημαντικές παραστάσεις που έχει ήδη υπογράψει δεν αποτελούν απλώς επιτυχίες ρεπερτορίου- συνιστούν σταθμούς μιας πορείας που συνδυάζει τη θεαματικότητα με την ουσία, τη φιλοδοξία με την καλλιτεχνική εντιμότητα. Σε μια εποχή που συχνά ευνοεί την επιφάνεια, η επιμονή του στην ποιότητα, στη μελέτη και στη βαθύτερη θεατρική αλήθεια τον καθιστά δημιουργό με σαφή ταυτότητα και προοπτική!

– Τι ήταν εκείνο που σε έκανε να θέλεις να ανεβάσεις ρεπερτόριο και συγκεκριμένα Τσέχοφ;
Ένιωσα την ανάγκη να επιστρέψω σε ένα θέατρο ουσίας. Το ρεπερτόριο είναι μια πράξη ευθύνης. Ο Τσέχοφ δεν είναι απλώς «κλασικός»· είναι σύγχρονος με έναν επικίνδυνο τρόπο. Μιλά για τη ματαίωση, την αδράνεια, το όνειρο που δεν τολμά να γίνει πράξη. Αυτά σήμερα μας καίνε περισσότερο από ποτέ.
– Γιατί επέλεξες το «Γλάρο»; Τι σου κίνησε το ενδιαφέρον σε αυτό το έργο;
Αγαπημένο έργο από παλιά! Ο «Γλάρος» είναι το έργο της αποτυχίας και της φιλοδοξίας. Είναι το έργο των καλλιτεχνών. Ο Τρέπλιεφ θέλει να σπάσει τις φόρμες. Η Αρκάντινα υπερασπίζεται το κατεστημένο. Η Νίνα θυσιάζεται στο όνειρο. Είναι σαν να βλέπεις τη σημερινή καλλιτεχνική Αθήνα πάνω στη σκηνή. Αυτό με συγκίνησε και με προκάλεσε…

– Η συνεργασία σου με την Κατερίνα Διδασκάλου ήταν η πρόκληση;
Η Κατερίνα είναι μια ηθοποιός με τεράστια πειθαρχία ταλέντο εμπειρία και εσωτερικό βάθος . Ήταν μια πρόκληση άκρως δημιουργική. Όταν έχεις απέναντί σου έναν τόσο δυνατό ερμηνευτή, οφείλεις να σταθείς στο ίδιο ύψος. Αυτό ανεβάζει τον πήχη για όλους.
– Ποια θα είναι η πρωτοποριακή ματιά που θέλεις να προτείνεις;
Δεν με ενδιαφέρει η πρωτοπορία ως εφέ. Με ενδιαφέρει η σύγκρουση. Τοποθετώ το έργο σε έναν βιομηχανικό, εκτεθειμένο χώρο. Οι ήρωες δεν κρύβονται πίσω από ρομαντισμούς. Είναι γυμνοί. Η αποτυχία τους είναι δημόσια. Θέλω ο θεατής να αισθανθεί ότι παρακολουθεί μια γενιά που παλεύει να αναπνεύσει.
– Ο χώρος «Fiat» ταιριάζει απόλυτα με τη σκηνοθετική σου άποψη;
Απόλυτα. Το Fiat είναι ωμός, βιομηχανικός, σχεδόν αμείλικτος. Δεν συγχωρεί. Αυτό ήθελα. Ο «Γλάρος» σε έναν ιμπρεσιονιστικό κήπο θα ήταν ψέμα για μένα. Στο Fiat γίνεται σύγχρονη κραυγή.

– Την υποκριτική με τις συνεχείς σκηνοθεσίες σου την έχεις βάλει στο πίσω μέρος του εγκεφάλου σου;
Η υποκριτική είναι πάντα μέσα μου. Απλώς αυτή την περίοδο με απασχολεί περισσότερο η συνολική αφήγηση. Η σκηνοθεσία, μου δίνει τη δυνατότητα να ορίζω τον κόσμο ολόκληρο. Δεν αποκλείω τίποτα, όμως. Η σκηνή είναι το σπίτι μου — από όποια θέση κι αν στέκομαι.
– Πάντα μας ξαφνιάζεις με τις ιδέες σου. Τι άλλο έχουμε να περιμένουμε;
Με ενδιαφέρει να ενώσω το κλασικό με το σύγχρονο πολιτικό βλέμμα. Να φέρω το ρεπερτόριο πιο κοντά στη σημερινή κοινωνική αγωνία. Και παράλληλα, δουλεύω πάνω σε μια νέα μουσικοθεατρική πρόταση που θα συζητηθεί. Δεν επαναπαύομαι.

-Στην τηλεόραση γιατί δεν εμφανίζεσαι;
Δεν είναι επιλογή αποχής. Είναι θέμα πρότασης και χρόνου. Όταν υπάρξει κάτι που με εκφράζει ουσιαστικά, θα το κάνω. Δεν με ενδιαφέρει η απλή παρουσία — με ενδιαφέρει το αποτύπωμα.
– Τι θα κάνεις την καλοκαιρινή σεζόν;
Το καλοκαίρι είναι περίοδος εξωστρέφειας. Υπάρχουν σκέψεις για περιοδεία και για ένα πιο ανοιχτό, μουσικό πρότζεκτ. Θέλω να συναντήσω κόσμο έξω από τα κλειστά θέατρα. Το θέατρο πρέπει να αναπνέει.











































Σχόλια για αυτό το άρθρο