
Υπάρχει κάτι βαθιά αλλοιωμένο στον τρόπο που κινείται σήμερα η λεγόμενη «κοσμική» κοινωνία στην Ελλάδα.
Και δεν είναι απλώς η επιφανειακή λατρεία του χρήματος — αυτή υπήρχε πάντα.
Είναι η σχεδόν απόλυτη αντικατάσταση της σχέσης από τη χρησιμότητα, της φιλίας από την πρόσβαση, της αλήθειας από τη στρατηγική.
Οι άνθρωποι δεν συνδέονται πια· τοποθετούνται.
Δεν συναντιούνται για να μοιραστούν, αλλά για να καταγραφούν ο ένας δίπλα στον άλλον, σαν στιγμιότυπα ενός αόρατου καταλόγου αξίας.
Και αυτή η αξία δεν έχει πια καμία σχέση με το ήθος, το ταλέντο, την πορεία ή τη μνήμη. Μετριέται αλλού. Σε τραπέζια, σε προσκλήσεις, σε συνεργασίες που αλλάζουν χέρια με την ίδια ευκολία που αλλάζουν και οι παρέες.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η υποκρισία — είναι η κανονικοποίησή της.
Το να μιλάς με κάποιον και την ίδια στιγμή να τον υπονομεύεις, το να χαμογελάς μπροστά του και να τον ακυρώνεις πίσω του, το να εγκαταλείπεις ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα σου για χρόνια, δεν θεωρείται πια ηθικό ολίσθημα. Θεωρείται σχεδόν… δεξιότητα. Ένας τρόπος επιβίωσης σε ένα περιβάλλον όπου η πίστη εκλαμβάνεται ως αδυναμία και η συνέπεια ως έλλειψη ευελιξίας.
Και έτσι, σιγά σιγά, δημιουργείται ένα τοπίο όπου όλοι γνωρίζουν — και κανείς δεν μιλά.
Όλοι βλέπουν τις μετακινήσεις, τις απομακρύνσεις, τις ξαφνικές “αναβαθμίσεις” σχέσεων, τις σιωπηλές διαγραφές ανθρώπων που μέχρι χθες ονομάζονταν «οικογένεια».
Αλλά επιλέγουν να τις προσπεράσουν, γιατί το κόστος της αλήθειας έχει γίνει μεγαλύτερο από το όφελος της συνύπαρξης.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.
Όχι στο ότι κάποιοι προδίδουν.
Αλλά στο ότι οι υπόλοιποι το αποδέχονται ως φυσική εξέλιξη.
Μια κοινωνία που μαθαίνει να ανταλλάσσει τους ανθρώπους της τόσο εύκολα, χάνει σταδιακά την ικανότητα να αναγνωρίζει τι έχει πραγματική αξία.
Γιατί η αξία δεν είναι ποτέ αυτό που αποκτάς γρήγορα, αλλά αυτό που επιλέγεις να κρατήσεις όταν δεν σε συμφέρει.
Κάποτε, η έννοια του «κύκλου» σήμαινε κάτι πιο ουσιαστικό από μια λίστα προσκεκλημένων.
Σήμαινε συνέχεια, εμπιστοσύνη, κοινή διαδρομή.
Σήμερα, μοιάζει περισσότερο με ένα ρευστό σχήμα που αλλάζει μορφή ανάλογα με το ποιος έχει τη μεγαλύτερη επιρροή τη δεδομένη στιγμή.
Και μέσα σε όλο αυτό, το πιο αθόρυβο — αλλά και το πιο ηχηρό — σύμπτωμα είναι η απουσία ντροπής.
Όχι της επιφανειακής, κοινωνικής ντροπής.
Αλλά εκείνης της εσωτερικής, που σε σταματάει πριν μικρύνεις κάποιον που σε στήριξε, πριν διαγράψεις μια ιστορία, πριν αντικαταστήσεις μια σχέση με μια ευκαιρία.
Όταν αυτή η ντροπή εκλείπει, δεν έχουμε απλώς αλλαγή εποχής.
Έχουμε αλλαγή χαρακτήρα.
Και τότε, το ερώτημα δεν είναι ποιος έμεινε και ποιος έφυγε.
Είναι αν, μέσα σε αυτή τη διαρκή ανακύκλωση προσώπων και ρόλων, υπάρχει ακόμη χώρος για κάτι αληθινό —
ή αν έχουμε πλέον συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι όλα είναι προσωρινά, ανταλλάξιμα και, τελικά, αδιάφορα.
Γιατί στο τέλος, μια κοινωνία δεν αποκαλύπτεται από το πώς ανεβάζει τους ανθρώπους της,
αλλά από το πώς τους ξεχνά.











































Σχόλια για αυτό το άρθρο