Πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη λέξη, πριν ανάψει το φως της σκηνής, υπάρχει εκείνη η αδιόρατη σιωπή όπου γεννιέται η πρόθεση του δημιουργού- εκεί όπου το θέατρο παύει να είναι επάγγελμα και γίνεται αποστολή. Σε αυτή την λεπτή σχεδόν ιερή περιοχή της ευθύνης κατοικεί η παρουσία του Μάνου Καρατζογιάννη: ενός καλλιτέχνη που δεν χρησιμοποιεί τη σκηνή για να φανεί, αλλά για να φανερώσει. Για να φωτίσει τον άνθρωπο, το τραύμα του, την ελπίδα του, την αδιάκοπη ανάγκη του να ανήκει και να αγαπιέται. Η σκηνοθετική του γραφή μοιάζει με πράξη ηθικής- ένα βλέμμα που διεισδύει, αφαιρεί το περιττό και αφήνει γυμνό τον πυρήνα της αλήθειας. Εκεί όπου άλλοι υψώνουν σκηνικά οικοδομήματα, εκείνος σκάβει. Εκεί όπου κυριαρχεί ο θόρυβος, εκείνος επενδύει στη σιωπή, γνωρίζοντας πως μέσα της αντηχεί καθαρότερα το ανθρώπινο αίτημα. Ο Μάνος Καρατζογιάννης ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία δημιουργών που επιλέγουν συνειδητά τον δύσκολο δρόμο: όχι το δρόμο της εύκολης λάμψης, αλλά της ουσίας- όχι το πρόσκαιρο χειροκρότημα, αλλά τη διάρκεια της μνήμης. Παρότι νέος και ευειδής, με παρουσία που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην επιφανειακή προβολή, εκείνος έστρεψε το βλέμμα του βαθύτερα προς τον πυρήνα της τέχνης. Και εκεί, μέσα από επίμονη, γνώση και εσωτερική πειθαρχία, κατάφερε κάτι που για πολλούς φαντάζει ακατόρθωτο: οικοδόμησε έναν δικό του ζωντανό οργανισμό πολιτισμού, το Θέατρο Σταθμός! Έναν τόπο που λειτουργεί σχεδόν ως εργαστήριο συνείδησης, όπου η σκηνοθεσία δεν είναι επίδειξη, αλλά έρευνα επάνω στο τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σήμερα… Ο χώρος αυτός δεν είναι απλώς μια σκηνή. Είναι σημείο αναφοράς, καταφύγιο αισθητικής, τόπος συνάντησης ανθρώπων που αναζητούν το θέατρο ως εμπειρία ψυχής. Οι παραστάσεις που φιλοξενούνται εκεί δεν καταναλώνονται- εγγράφονται. Μένουν χαραγμένες βαθιά, σαν προσωπικά βιώματα, και δημιουργούν ένα δεσμό σχεδόν μυστικό ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό του. Δεν είναι τυχαίο πως ένα πιστό, αφοσιωμένο κοινό τον ακολουθεί παντού από έργο σε έργο, από πόλη σε πόλη, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του έναν δημιουργό που δεν προδίδει ποτέ την εμπιστοσύνη του. Και αυτή η σχέση πίστης είναι ίσως το πιο ακριβό βραβείο: η αθόρυβη επιβεβαίωση ότι η σκηνοθετική του πυξίδα δείχνει σταθερά προς τον άνθρωπο. Διότι στη μεθοδολογία του ο θεατής δεν είναι παρατηρητής αλλά συμμέτοχος- καλείται να αναμετρηθεί με τον εαυτό του, να μετακινηθεί, να σκεφτεί. Η πορεία του είναι ήδη πλούσια σε διακρίσεις, βραβεία ερμηνείας, τιμητικές αναφορές, επιτυχίες που επαναλαμβάνονται με αξιοθαύμαστη συνέπεια σχεδόν κάθε θεατρική σεζόν. Κι όμως, ο ίδιος παραμένει σεμνός, χαμηλών τόνων, σαν να ξεκινά κάθε φορά από την αρχή. Στο απόγειο της αναγνώρισης εξακολουθεί να παλεύει για το δίκαιο της τέχνης του, σαν να πρέπει διαρκώς να το αποδεικνύει, ενώ έχει ήδη δικαιωθεί- και μάλιστα πανηγυρικά- από το βλέμμα και την αγάπη των θεατών! Η προσωπικότητα του αποπνέει μια σπάνια ευγένεια: δεν υψώνει τη φωνή, υψώνει το έργο. Δεν επιβάλλεται, πείθει. Και αυτή η πραότητα μετατρέπεται σε δημιουργική δύναμη, σε σκηνοθετική καθαρότητα, σε εμπιστοσύνη προς τον ηθοποιό και την αλήθεια της στιγμής. Από τις 20 έως τις 28 Φεβρουαρίου μεταφέρει στο θέατρο Αυλαία της Θεσσαλονίκης ”Το γάλα” του Βασίλη Κατσικονούρη, μια παράσταση- σταθμό που γνώρισε τρεις συνεχόμενες σεζόν επιτυχίας στην Αθήνα. Το έργο βαθιά ανθρωποκεντρικό, αγγίζει την αδήριτη ανάγκη του ανθρώπου να αγαπηθεί, τα άρρηκτα δεσμά της οικογένειας, την αλληλεγγύη, την αγωνία της ένταξης και της προσαρμογής. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί με οξυδέρκεια το πορτρέτο του Νεοέλληνα, ενώ ο Καρατζογιάννης, σκηνοθετώντας μαζί με την Ερμίνα Κυριαζή ανέδειξε τη σπαρακτική- και ταυτόχρονα σπαρταριστά ανθρώπινη- διάσταση της ιστορίας, κρατώντας μια ισορροπία εξαιρετικής λεπτότητας ανάμεσα στο τραύμα και στο φως. Εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται η σκηνοθετική του ταυτότητα στην ικανότητα να μετατρέπει το ρεαλιστικό σε υπαρξιακό και το προσωπικό σε συλλογικό βίωμα… Με εργαλεία, την ακρίβεια του ρυθμού, την πίστη στον ηθοποιό και την αποφυγή κάθε περιττής επιτήδευσης, οικοδομεί παραστάσεις που αναπνέουν με τον παλμό της ζωής. Και καθώς η δημιουργική του ορμή δεν επαναπαύεται ποτέ, στις 27 Μαρτίου, ημέρα αφιερωμένη παγκοσμίως στο θέατρο, ετοιμάζεται να παρουσιάσει το πολυαναμενόμενο ”Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” του σπουδαίου Νίκου Καζαντζάκη. Η επιλογή της ημερομηνίας μοιάζει συμβολική: ένας καλλιτέχνης που πιστεύει στο θέατρο ως πράξη ευθύνης και πνευματικής εγρήγορσης συναντά έναν συγγραφέα που ύψωσε τον άνθρωπο απέναντι στην Ιστορία και στη συνείδηση του! Αναμένεται μια παράσταση όπου η σκηνοθεσία δεν θα αφηγείται απλώς, αλλά θα στοχάζεται, θα συνομιλεί, θα καλεί τον θεατή σε συμμετοχή. Γιατί για τον Καρατζογιάννη το θέατρο είναι χώρος ερωτήσεων, όχι βεβαιοτήτων- μια ανοιχτή πληγή σκέψης που μας κρατά ζωντανούς. Παράλληλα, η παρουσία του επεκτείνεται και στην τηλεόραση , όπου θα τον δούμε στους ”Άσπιλους”, ενώ το καλοκαίρι στρέφει το βλέμμα του στο Μεσολόγγι, ετοιμάζοντας μια παράσταση αφιερωμένη στα 200 χρόνια από την ηρωική Έξοδο- μια ακόμη απόδειξη ότι η τέχνη του συνομιλεί διαρκώς με τη συλλογική μνήμη και πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον ρόλο του δημιουργού ως φορέα ιστορικής συνείδησης. Σαν να επιθυμεί κάθε έργο να λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, ανάμεσα στην ιστορία και την προσωπική μας ευθύνη. Ο Μάνος Καρατζογιάννης δεν είναι απλώς ένας επιτυχημένος ηθοποιός και σκηνοθέτης! Είναι ένας εργάτης του πολιτισμού με όραμα, ένας δημιουργός που μετατρέπει τη σκηνή σε τόπο αλήθειας. Κάθε του βήμα επιβεβαιώνει πως το θέατρο μπορεί ακόμη να είναι πράξη πίστης στον άνθρωπο. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του: ότι μας κάνει να θυμόμαστε γιατί έχουμε ανάγκη το θέατρο- για να αναγνωρίζουμε, μέσα στο σκοτάδι το κοινό μας φως.

– Είσαι ικανοποιημένος που ο στόχος σου για καλό θέατρο- και για το φανατικό κοινό που απέκτησες και σε ακολουθεί πιστά τόσα χρόνια- ευοδώθηκε;
Για να είμαι ειλικρινής είναι στιγμές που χαίρομαι σαν μικρό παιδί, κι άλλες που φοβάμαι ή αγωνιώ να ανταπεξέλθω – όχι τόσο ως καλλιτέχνης αλλά ως επικεφαλής ενός μικρού ταπεινού θεάτρου που επιδιώκει έναν «υψηλό» μα δίκαιο αγώνα, σε μια αδιαμφισβήτητα ναρκοθετημένη δημόσια σφαίρα.
– ”Το γάλα” γιατί το ανέβασες; Είμαι βέβαιος ότι σε ιντρίγκαρε ο ρόλος…
Είναι από τις φορές που παίζουμε και νιώθουμε την ανάσα του θεατή να συντονίζεται με τη δική μας. Ούτε κι εγώ το φανταζόμουν! Είναι σίγουρα γοητευτικός ρόλος ο Λευτέρης, αλλά δεν νομίζω πως διάλεξα γι’ αυτό το έργο, όσο γιατί ήθελα να ξαναμπώ στον κόσμο μιας οικογένειας. Μου είχε λείψει…
– Τι θίγει στο έργο του ο Βασίλης Κατσικονούρης;
Το γάλα στα ρωσικά λέγεται «μαλακό». Έτσι, περίεργα, μια ελληνική λέξη, σπαρμένη μέσα σε μια άλλη γλώσσα, δίνει εκεί, στο ξένο χωράφι, πολύ πιο άμεσα και ανάγλυφα την αίσθηση του πράγματος, απ’ ό,τι η αντίστοιχη που το ονοματίζει στα ελληνικά. Γι’ αυτήν ακριβώς την αίσθηση θέλει να μιλήσει «Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη και οι ήρωες του. Μια μητέρα από την πρώην Σοβιετική ένωση και οι δυο της γιοι συνθέτουν μια συγκλονιστική οικογενειακή ιστορία όπου φωτίζεται δεξιοτεχνικά από τον συγγραφέα ο συναισθηματικός κόσμος των ηρώων και οι ανησυχίες τους, όπως αυτές πηγάζουν μέσα από το κοινωνικό τους περιβάλλον, αλλά κυρίως η αίσθηση που έχει κανείς πως όλα μέσα του μαλακώνουν και ζεσταίνονται, όταν σταματάει πια να κλαίει και να πονάει γιατί δέχεται την τροφή του. Αγαπιέται… Όταν αυτή η ανάγκη δεν εκπληρώνεται στις ζωές μας, τότε είναι που νιώθουμε ξένοι. Όλοι μας. Σαν πρόσφυγες ανάμεσα σε δυο πατρίδες. Ένα σχίσμα βαθύ…

– Γιατί σημείωσε τόσο μεγάλη επιτυχία και παίζεται για τρεις σεζόν;
Πιστεύω ότι η βασική επιτυχία του Βασίλη Κατσικονούρη είναι πως μέσα από αυτήν την οικογένεια, τους μισούς – μισούς Έλληνες κατορθώνει να αποτυπώσει ολόκληρη την εικόνα του Νεοέλληνα, καθώς οι δυο γιοί της, ο ένας παλεύει να ενσωματωθεί στη νεοελληνική κοινωνία και να «γίνει Έλληνας πια» υιοθετώντας σουσούμια και χαρακτηριστικά της φυλής μας και ο άλλος αδυνατεί να προσαρμοστεί στη νεοελληνική πραγματικότητα. Αυτή η σύγκρουση δεν είναι μόνο μεταξύ τους, αλλά και βαθιά δική τους προσωπικά. Μια εσωτερική σύγκρουση, που ίσως δοκιμάζει όλους μας. Εκεί αισθάνομαι να ταυτίζεται και ο θεατής. Θεωρώ, βέβαια, πως συμβάλλει καθοριστικά και η διανομή της παράστασης, η αβίαστη μεταξύ μας χημεία.
– Ποια ήταν η σκηνοθετική σου προσέγγιση μαζί με την Ερμίνα Κυριαζή;
Νομίζω ότι το ανέβασμα αυτό – το τρίτο κατά σειρά στην Αθήνα – όπως έχει ήδη επισημανθεί, έχει καταφέρει να αναδείξει το ιδιαίτερο χιούμορ του έργου, την οικογενειακή ατμόσφαιρά του – κυρίως μέσα από τη σχέση της μάνας με τους δυο της γιους αλλά και των δύο αδελφών μεταξύ τους, τις λεπτές αποχρώσεις του ψυχισμού του μικρού γιου Λευτέρη, καθώς και το ρόλο της Νατάσας, η οποία εισβάλλει «πιντερικά» στο σπίτι και λειτουργεί ως καταλύτης στην ιστορία. Μια σπαρακτική αλλά και σπαρταριστή ιστορία, μια ισορροπία ευαίσθητη… Εστιάσαμε επιπλέον σε δυο έννοιες που πραγματεύεται το έργο και απαξιώνει επιδεικτικά η εποχή μας. Τη μνήμη, που ζωντανεύει μέσα από την αγωνιωδώς βασανιστική αλλά και θεραπευτική νοσταλγία του μικρού γιου, του Λευτέρη. Και βέβαια την αλληλεγγύη, για ο,τιδήποτε μάλιστα ξένο, μακρινό, «αλούτερο».
– Νιώθεις δικαιωμένος με τον διαφορετικό δρόμο που ακολούθησες;
Δεν ξέρω πόσο δικαιωμένος μπορεί να αισθάνεται κανείς μέσα σ’ έναν κόσμο άδικο… Θα έλεγα πως αισθάνομαι περισσότερο την ανάγκη να παλέψω ο ίδιος για το δίκιο παρά δικαιωμένος για το δρόμο που ακολούθησα, όσο διαφορετικός κι αν μοιάζει ή και είναι.

– Πώς είναι στην προσωπική του ζωή ο Μάνος Καρατζογιάννης σε σχέση με το θέατρο που υποδύεται βαρείς ρόλους;
Έχω έναν συνάδελφο που μ’ έχει ζήσει σε καλοκαιρινές περιοδείες και χαρακτηρίζει τη διάθεσή μου «τραινάκι του τρόμου». Παλιά βασανιζόμουν πολύ. Τελευταία έχω κάνει ειρήνη μέσα μου. Ίσως, επειδή η απειλή του πολέμου έξω μας καραδοκεί. Σίγουρα περνάω πολλές στιγμές μέσα στη μέρα γελώντας, φροντίζοντας τα ζωάκια μου και τους ανθρώπους που αγαπώ, κάνοντας όνειρα για το θέατρο…
– Μίλησέ μου για την πολυαναμενόμενη και ενδιαφέρουσα παραγωγή ”Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, που ανεβαίνει το Μάρτιο.
Μόλις αρχίσαμε να στήνουμε το έργο, αφού ολοκλήρωσα τη διασκευή. Η πρεμιέρα προγραμματίζεται για την 27η Μαρτίου, που συμπτωματικά είναι και η Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου. Αυτή τη στιγμή νιώθω πως είναι το μόνο έργο που με εκφράζει… Έχω μάλλον την ανάγκη να πιαστώ από κάπου. Να πιστέψω ξανά, να ελπίσω πως ο κόσμος μας μπορεί ν’ αλλάξει. Να παλέψω με όσες δυνάμεις έχω γι’ αυτό.
– Πώς θα ανεβάσεις ένα τόσο πολυπρόσωπο έργο;
Με τη συμβολή ενός εξαιρετικού θιάσου: Ηλέκτρα Γεννατά, Βαγγέλης Ζάπας, Πάνος Κούλης, Έλενα Μαυρίδου, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός, Κώστας Φαλελάκης, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Θανάσης Χαλκιάς και Στράτος Χρήστου, αλλά και μιας δυνατής δημιουργικής ομάδας: Ναταλία Αστυπαλίτη, Γιώργος Μαυρίδης, Λάμπρος Παπούλιας, Δήμητρα Σαρρή, Βασιλική Σύρμα και Ζωή Χατζηαντωνίου.
– Ο Καζαντζάκης ήταν η αιτία ή το ίδιο το έργο για να διασκευαστεί και να ανέβει επί σκηνής;
Και τα δύο. Κατάγομαι άλλωστε από την Κρήτη από την μεριά της μητέρας μου. Έχω μεγαλώσει λοιπόν με το μύθο του Νίκου Καζαντζάκη. Με τις ιστορίες του. Το μεγαλείο του και τον αφορεσμό του!
– Τηλεόραση γιατί δεν κάνεις;
Πότε να προλάβω; Μετά τον Πάσχα θα αρχίσουμε γυρίσματα με τους «Άσπιλους», μια αστυνομική σειρά 8 επεισοδίων της Βάσιας Καρυτινού.
– Καλοκαιρινά σχέδια έχεις;
Σχεδιάζω μια παράσταση για την έτερη πατρίδα μου: το Μεσολόγγι, που φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ηρωική Έξοδό του.

Η μεγάλη επιτυχία του Θεάτρου Σταθμός, βραβευμένη με το Βραβείο Κοινού All4Fun Καλύτερης Παράστασης 2024, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη για τρεις μοναδικές παραστάσεις (20, 21 & 22 Φεβρουαρίου)στο Θέατρο Αυλαία. Το εμβληματικό έργο του νεοελληνικού θεάτρου, που έχουν παρακολουθήσει πάνω από 500.000 θεατές σε Ελλάδα και εξωτερικό, επιστρέφει είκοσι χρόνια μετά τη συγγραφή του.
Το γάλα στα ρωσικά λέγεται “μαλακό”. Έτσι, περίεργα, μια ελληνική λέξη, σπαρμένη μέσα σε μια άλλη γλώσσα, δίνει εκεί, στο ξένο χωράφι, πολύ πιο άμεσα και ανάγλυφα την αίσθηση του πράγματος, απ’ ό,τι η αντίστοιχη που το ονοματίζει στα ελληνικά. Γι’ αυτήν ακριβώς την αίσθηση θέλει να μιλήσει “Το γάλα” του Βασίλη Κατσικονούρη και οι ήρωες του.
Μια μητέρα από την πρώην Σοβιετική ένωση και οι δυο της γιοι συνθέτουν μια συγκλονιστική οικογενειακή ιστορία όπου φωτίζεται δεξιοτεχνικά από τον συγγραφέα ο συναισθηματικός κόσμος των ηρώων και οι ανησυχίες τους, όπως αυτές πηγάζουν μέσα από το κοινωνικό τους περιβάλλον, αλλά κυρίως η αίσθηση που έχει κανείς πως όλα μέσα του μαλακώνουν και ζεσταίνονται, όταν σταματάει πια να κλαίει και να πονάει γιατί δέχεται την τροφή του. Αγαπιέται… Κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε νιώθει ξένος. Σαν πρόσφυγας ανάμεσα σε δυο πατρίδες. Ξένες κι αυτές.
Τη σκηνοθεσία -έχοντας στη διάθεσή τους μια εξαιρετική διανομή – υπογράφουν ο Μάνος Καρατζογιάννης με μακρά θητεία στο ελληνικό έργο και η Ερμίνα Κυριαζή, η οποία σκηνοθέτησε την περασμένη σεζόν και το πιο πρόσφατο έργο του Βασίλη Κατσικονούρη “Τσιτάχ. Η ερημιά του τερματοφύλακα”. Η παράσταση αφιερώνεται στη μνήμη του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, που πρώτος ερμήνευσε τον ρόλο του Λευτέρη το 2006 στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου.
Συvτελεστές
Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης – Ερμίνα Κυριαζή
Ερμηνεύουν: Δήμητρα Βήττα, Στέλλα Γκίκα, Μάνος Καρατζογιάννης, Δημήτρης Πασσάς
Σκηνικά – κοστούμια: Άγγελος Αγγελής
Μουσική: Νεοκλής Νεοφυτίδης
Σχεδιασμός φωτισμών: Άγγελος Παπαδόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Φίλιππος Παπαθεοδώρου
Φωτογραφίες:ΕλίναΓιουνανλή, Σπύρος Περδίου
Βίντεο προώθησης: Ηλίας Μόσχοβας
Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός Θέατρο
Τrailer: https://youtu.be/x8pB9mVqALQ?si=O5AmBEpC3SRkHEEl
Η παράσταση ΤΟ ΓΑΛΑ πραγματοποιήθηκε με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού
Πληροφορίες
Παραστάσεις: Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου στις 21:00
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου στις 21:00
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου στις 19:00
Διάρκεια: 105΄
Εισιτήρια: Κανονικό: 20€, Μειωμένο: 17€
Προπώληση:https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/to-gala-theatro-aylaia-thessaloniki
Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ
Τσιμισκή 136, Θεσσαλονίκη 546 21





































Σχόλια για αυτό το άρθρο