
Με θεατρολογικούς και ακαδημαϊκούς όρους, η παρουσία της Νικολέτας Φιλόσογλου στο σύγχρονο θεατρικό χάρτη προσδιορίζεται από μια σπάνια σύζευξη συνέπειας, σοβαρότητας και εμβριθούς σκηνοθετικής σκέψης. Η σκηνοθεσία, ως θεωρητική και πρακτική διαδικασία σύνθεσης, δεν αποτελεί για εκείνη απλώς εργαλείο παράστασης, αλλά πεδίο βαθιάς έρευνας πάνω στη δραματουργία, τη γλώσσα και τη σχέση σκηνής- θεατή. Καθοριστική υπήρξε η μαθητεία και η δημιουργική της θητεία δίπλα στον μεγάλο σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου, μια ”καθοριστική” συνάντηση που άφησε ευδιάκριτα ίχνη στη μεθοδολογία της, στη φιλοσοφία της σκηνικής πράξης και στον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνεται το θέατρο ως πράξη πνευματική και πολιτισμική! Από τον λόγο της, τις τοποθετήσεις της και -κυρίως- από την ακρίβεια στη χρήση της ελληνικής γλώσσας, αναδύεται το μέγεθος μιας δημιουργού που προσεγγίζει το θέατρο με γνώση, αγάπη και βαθύ σεβασμό προς την παράδοση και τη σύγχρονη θεατρική σκέψη. Οι παραστάσεις που υπογράφει χαρακτηρίζονται από ποιότητα, καθαρότητα σκηνοθετικής γραμμής και σαφή επίγνωση του τι συνιστά ”καλό θέατρο”: θεατρική πράξη που δεν περιορίζεται στο αισθητικό αποτέλεσμα, αλλά συνομιλεί ουσιαστικά με τον θεατή, ενεργοποιώντας τη σκέψη και το συναίσθημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σκηνοθετικής αντίληψης αποτελεί η συνεργασία της με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο κωμικό έργο- μαύρη κωμωδία- ”Οι γείτονες από πάνω” του Cesc Gay. Μέσα από το χιούμορ ως δραματουργικό όχημα, η Νικολέτα Φιλόσογλου αναδεικνύει με ακρίβεια και ευαισθησία τις ανθρώπινες σχέσεις και τις υπόγειες εντάσεις που κρύβονται πίσω από την επιφανειακή κωμικότητα. Η παράσταση της επιτυγχάνει μία σπάνια ισορροπία: προσφέρει στον θεατή δύο ώρες ουσιαστικής ψυχαγωγίας, ενώ ταυτόχρονα μεταφέρει πολλαπλά νοήματα, επιβεβαιώνοντας ότι το γέλιο μπορεί να λειτουργήσει ως βαθύτατα θεατρικό και στοχαστικό εργαλείο.

– Πώς μπήκε η σκηνοθεσία στη ζωή σου;
Ήμουν από νωρίς πολύ ανήσυχη και περίεργη. Είχα διαρκώς απορίες και την ανάγκη να εμβαθύνω στη θεατρική λειτουργία· θυμάμαι έντονα το αίσθημα ότι τίποτα δεν μου ήταν ποτέ αρκετό επί σκηνής. Καθοριστική υπήρξε η συνάντησή μου, σε πολύ νεαρή ηλικία, με τις παραστάσεις του (συνωνόματού σας) Βασίλη Παπαβασιλείου στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Όταν αργότερα συνεργαστήκαμε, μπόρεσα να αφιερωθώ στη σκηνοθεσία με συνέπεια και εντατική εργασία, σε μια μακρά περίοδο δημιουργικής μαθητείας και αφοσίωσης.
– Πώς αποφάσισες να συνεργαστείς με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος;
Η συνεργασία προέκυψε ύστερα από πρόσκληση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος Αστέριου Πελτέκη. Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας εξετάστηκαν διαφορετικές προτάσεις ρεπερτορίου, ωστόσο πρότεινα το έργο «Οι γείτονες από πάνω», το οποίο θεώρησα ότι μπορεί να συνομιλήσει ουσιαστικά με το κοινό και τη φυσιογνωμία του Θεάτρου.
– Γιατί επέλεξες να ανεβάσεις το έργο του Cesc Gay«Οι γείτονες από πάνω»;
Πρόκειται για ένα έργο που, με όχημα το χιούμορ, μιλά με τόλμη και ειλικρίνεια για όσα συνήθως αποσιωπούμε μέσα στις σχέσεις. Κάτω από την κωμική του επιφάνεια κρύβεται μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία γύρω από την επιθυμία, τη συντροφικότητα και την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας· ένα έργο που φέρνει τους θεατές αντιμέτωπους με τον εαυτό τους. Η ιδέα να το ανεβάσουμε γεννήθηκε μέσα από τις συζητήσεις μας με τον Γιώργο Καύκα ήδη από το 2020· με έναν τρόπο, το χρωστούσαμε…
– Σύστησε στο κοινό τον συγγραφέα.
Ο Cesc Gay είναι Ισπανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας, γεννημένος στη Βαρκελώνη το 1967. Το θεατρικό έργο «Losvecinos de arriba» (2015) αποτέλεσε το ντεμπούτο του στο θέατρο ως συγγραφέας και σκηνοθέτης και γνώρισε εντυπωσιακή επιτυχία! Το έργο παρουσιάστηκε αρχικά στην Καταλανία και στη συνέχεια ακολούθησε μια ευρεία διεθνής πορεία, με παραστάσεις σε πόλεις όπως το Μπουένος Άιρες, η Μπογκοτά, η Λισαβόνα, η Πόλη του Μεξικού, το Τελ Αβίβ, το Μαϊάμι, η Αβάνα, η Λίμα, η Αθήνα, η Ρώμη και το Σαντιάγο της Χιλής. Χαρακτηριστικό μότο του, που συνοψίζει τη στάση του απέναντι στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι η φράση: «Οι άνθρωποι δεν δυσκολεύονται να αγαπήσουν· δυσκολεύονται να μιλήσουν ειλικρινά.»
– Τι πραγματεύεται το έργο; Ποια θέματα θίγονται;
Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από την Άννα και τον Χούλιο, ένα ζευγάρι βυθισμένο στη ρουτίνα και τη συναισθηματική στασιμότητα. Η επίσκεψη των εκρηκτικών γειτόνων τους, της Λάουρα και του Σάλβα, φέρνει στην επιφάνεια ό,τι αποσιωπάται για χρόνια: ανεκπλήρωτες επιθυμίες, παρεξηγήσεις, ανομολόγητες φαντασιώσεις, ναρκισσιστικά τραύματα.
Μέσα από το χιούμορ, το έργο θίγει τη φθορά της ερωτικής επιθυμίας, την επικοινωνία μέσα στη συντροφική σχέση, τη ζήλια, την καταπίεση των προσωπικών αναγκών, αλλά και τα κοινωνικά ταμπού γύρω από το σεξ και την οικειότητα. Παράλληλα, σχολιάζει με οξυδερκή τρόπο τις συμβάσεις της σύγχρονης αστικής ζωής και τα όρια ανάμεσα στην προσωπική ελευθερία και τη συντροφική δέσμευση.

– Γιατί η διαπροσωπική επικοινωνία έχει εκλείψει στις μέρες μας;
Νομίζω πως σήμερα μιλάμε περισσότερο από ποτέ, αλλά επικοινωνούμε λιγότερο. Η καθημερινότητα τρέχει με τέτοια ταχύτητα που δεν αφήνει χώρο για ουσιαστικό διάλογο, ενώ η ψηφιακή επικοινωνία συχνά λειτουργεί ως υποκατάστατο της πραγματικής επαφής. Ταυτόχρονα, φοβόμαστε να εκτεθούμε ή να συγκρουστούμε, κι έτσι αποφεύγουμε τις δύσκολες αλλά αναγκαίες συζητήσεις. Το αποτέλεσμα είναι σχέσεις όπου συνυπάρχουμε χωρίς να συναντιόμαστε πραγματικά.
– Πώς βλέπεις το θέατρο εν έτει 2026;
«Τίποτα δεν γίνεται χωρίς ανθρώπους, αλλά τίποτα δεν διαρκεί χωρίς θεσμούς», έλεγε ο Ζαν Μονέ. Το θέατρο ζει από τους ανθρώπους του, όμως μόνο οι θεσμοί —με κανόνες, διαδικασίες και κοινές δομές— μπορούν να του εξασφαλίσουν διάρκεια και σταθερότητα. Εκεί ακριβώς, η δραστηριότητα της σκέψης, μέσα από έναν τέτοιο θεσμό, μπορεί να παράγει, να προκαλεί και να στήνει ένα σκηνικό ενεργού διαλόγου και αλληλοτροφοδότησης ανάμεσα στους δημιουργούς, το κοινό και την κοινωνία. Σήμερα, ωστόσο, αυτοί οι θεσμοί δοκιμάζονται, καθώς απειλούνται από τον ανταγωνισμό με το ιδιωτικό.
– Πώς είναι να δουλεύει κανείς σε ένα κρατικό θέατρο σε σχέση με το ιδιωτικό;
Η εργασία σε ένα κρατικό θέατρο σημαίνει συμμετοχή σε έναν δημόσιο πολιτιστικό θεσμό που υπηρετεί το συλλογικό συμφέρον, ακόμη κι όταν αυτό συγκρούεται με τους νόμους της αγοράς. Το ιδιωτικό θέατρο, από την άλλη, λειτουργεί αναγκαστικά μέσα σε αυτούς τους νόμους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο για την καλλιτεχνική ελευθερία όσο και για την εργασιακή πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, η αγάπη του θεάτρου είναι μια δύσκολη υπόθεση, ακόμη και —ή ίσως κυρίως— για εκείνους που το ασκούν. Είναι δύσκολο πράγμα να αγαπάς το θέατρο…
– Τι εύχεσαι για τη νέα χρονιά;
Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη — πιο πολύ από ποτέ, και το εννοώ.












































Σχόλια για αυτό το άρθρο