
Δεν ξέρεις πια από πού θα σου έρθει. Γράφεις κάτι και κάποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του. Λες μια κουβέντα και βρίσκεσαι απολογούμενος. Κάνεις χιούμορ και χρειάζεσαι δικηγόρο. Έχουμε φτάσει στο σημείο να πρέπει να σκεφτόμαστε περισσότερο ποιος θα παρεξηγηθεί παρά τι θέλουμε να πούμε. Και συνήθως παρεξηγούνται εκείνοι που έχουν κάνει επάγγελμα να ασχολούμαστε μαζί τους.
Παρακολουθώ χρόνια τον κόσμο της δημοσιότητας και ομολογώ πως έχει χάσει όλη του τη γλύκα. Κάποτε η διασημότητα είχε λάμψη, μυστήριο, λίγο παραμύθι. Σήμερα ξέρουμε τι έφαγε ο καθένας, πού κοιμήθηκε, με ποιον τσακώθηκε, πόσο υπέφερε και πόσο σπουδαίος αισθάνεται. Δεν προλαβαίνεις να τον ξεχάσεις γιατί έχει πληρώσει για να σου τον θυμίσουν.
Η υπερπροβολή έχει γίνει μάστιγα. Οι ίδιοι άνθρωποι παντού, συνεντεύξεις, αφιερώματα, βραβεία, φωτογραφίσεις, πληρωμένες καταχωρίσεις μεταμφιεσμένες σε δημοσιογραφία. Μια ατελείωτη επιχείρηση αυτοθαυμασμού. Και το αστείο είναι ότι όσο περισσότερο προσπαθούν να γίνουν αγαπητοί, τόσο περισσότερο εκνευρίζουν τον κόσμο. Η συμπάθεια δεν αγοράζεται με το κιλό. Ούτε η προσωπικότητα με το πακέτο δημοσίων σχέσεων.
Μετά έχουμε την κλάψα. Το εθνικό μας σπορ. Στην Ελλάδα μπορείς να έχεις κάνει ό,τι θέλεις, να έχεις χρησιμοποιήσει κάθε πιθανό μέσο για να φτάσεις εκεί που ήθελες, αλλά αν συγκινηθείς δημοσίως, καθάρισες. Ένα δάκρυ στην κάμερα και αρχίζει η αγιοποίηση. Προσωπικά ζητήματα, ορμονικές αλλαγές, οικογενειακά δράματα, μέχρι και τα παιδιά που πεινάνε επιστρατεύονται καμιά φορά για να αλλάξει η κουβέντα. Όλα τα ανθρώπινα προβλήματα αξίζουν σεβασμό. Δεν είναι όμως επικοινωνιακά πλυντήρια. Και το κλάμα δεν αποτελεί πιστοποιητικό αθωότητας.
Ζούμε την αποθέωση του λαϊκισμού. Όλοι ταπεινοί, όλοι αυθεντικοί, όλοι παιδιά του λαού. Μόνο που μερικές φορές η ταπεινότητα έχει μεγαλύτερο προϋπολογισμό από μια κινηματογραφική παραγωγή.
Και βέβαια οι τζαμπατζήδες. Έχουν χαλάσει εντελώς την πιάτσα. Τζάμπα ταξίδια, τζάμπα φαγητά, τζάμπα ξενοδοχεία, τζάμπα κρέμες, τζάμπα τα πάντα. Ένας ολόκληρος κόσμος που ζει από προσκλήσεις και ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις με παροχές. Κάποτε σε καλούσαν επειδή ήσουν ενδιαφέρων. Τώρα σε καλούν για να ανεβάσεις story. Και κάποιοι το θεωρούν καριέρα.
Το πιο θλιβερό είναι αυτό που έχει συμβεί στη δημοσιογραφία. Ένα επάγγελμα που οικονομικά έχει απαξιωθεί τόσο, ώστε η ανεξαρτησία του να δοκιμάζεται καθημερινά. Δεν φταίνε οι χαμηλόμισθοι δημοσιογράφοι για την κατάσταση. Φταίει όμως μια ολόκληρη νοοτροπία που θεωρεί φυσιολογικό να ανταλλάσσεται η προβολή με μια κρέμα προσώπου, ένα ταξίδι στην καρότσα ή μια πρόσκληση σε τραπέζι.
Το δελτίο Τύπου έγινε ρεπορτάζ, η δημόσια σχέση αποκλειστικότητα και η φήμη είδηση. Κάποιος λέει κάτι το πρωί, το αναπαράγουν δέκα εκπομπές και μέχρι το βράδυ έχει γίνει γεγονός. Αν είναι αλήθεια, μικρή σημασία έχει. Αρκεί να γεμίζει τηλεοπτικό χρόνο.
Και μέσα σε όλα αυτά έχουμε και τα κοινωνικά δίκτυα. Γράφεις εκατό προτάσεις, απομονώνουν επτά λέξεις και ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι έχεις πει πράγματα που ούτε σκέφτηκες. Ο καθένας ερμηνεύει ό,τι τον βολεύει και μετά καλείσαι να απολογηθείς για την ερμηνεία του.
Έχω ζήσει αρκετά χρόνια μέσα σε αυτόν τον κόσμο για να ξέρω ότι ποτέ δεν ήταν αγγελικά πλασμένος. Υπήρχαν πάντα συμφέροντα, ματαιοδοξία και δημόσιες σχέσεις. Υπήρχε όμως και λίγη ντροπή. Και κυρίως υπήρχαν άνθρωποι που είχαν κάτι να πουν χωρίς να χρειάζονται δέκα συνεργάτες για να τους το γράψουν και άλλους είκοσι για να μας πείσουν ότι αξίζει να το ακούσουμε.
Προτιμώ τους ανθρώπους που κάνουν πράγματα από εκείνους που μας εξηγούν καθημερινά πόσα έχουν κάνει. Εκείνους που έχουν χιούμορ, που μπορούν να αυτοσαρκαστούν και που δεν αντιμετωπίζουν κάθε διαφορετική άποψη σαν απόπειρα δολοφονίας της δημόσιας εικόνας τους.
Δεν σκοπεύω πάντως να αρχίσω να γράφω με εγχειρίδιο αποφυγής παρεξηγήσεων. Όποιος θέλει να παρεξηγηθεί, θα βρει τον τρόπο. Ακόμη κι αν γράψεις για τον καιρό, κάποιος θα θεωρήσει ότι φωτογραφίζεις τη συννεφιά του.
Η διασημότητα έχασε τη γλύκα της, η δημοσιογραφία έχασε αρκετή από την ανεξαρτησία της και η δημόσια ζωή το χιούμορ της. Τουλάχιστον ας μη χάσουμε κι εμείς την κοινή λογική μας.
Και μια τελευταία παράκληση: αν ξαναγίνει της μόδας η αξιοπρέπεια, ας μη χρειαστεί να την παρουσιάσει κάποιος influencer με χορηγούμενη ανάρτηση.










































Σχόλια για αυτό το άρθρο