
Η Σίλια Γεωργέλου ανήκει στη νέα γενιά των καλλιτεχνών που δεν περιμένουν παθητικά την πρόταση για ένα ρόλο αλλά δημιουργούν οι ίδιοι τις ευκαιρίες τους. Μελετά, προτείνει, μεταφράζει και συνδιαμορφώνει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Η πορεία της δείχνει μια δημιουργό με υψηλή αισθητική αντίληψη, που χρησιμοποιεί το θέατρο ως μέσο αφύπνισης και ανάδειξης της γυναικείας φωνής. Αποτελεί μια ξεχωριστή και πολύπλευρη παρουσία στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο γιατί συνδυάζει την ιδιότητα της ηθοποιού με εκείνη της μεταφράστριας. Η καλλιτεχνική της πορεία χαρακτηρίζεται από τη σταθερή της ανάγκη να αναζητά και να συστήνει στο ελληνικό κοινό σύγχρονα, απαιτητικά θεατρικά κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας, τα οποία φέρουν έντονο κοινωνικό και πολιτικό πρόσημο. Η κορυφαία μέχρι στιγμής στιγμή της καλλιτεχνικής της διαδρομής είναι η ενασχόλησή της με το έργο «Κολυμπώντας στον αέρα». Ανακάλυψε τη δυναμική αυτού του βρετανικού έργου, το μετέφρασε για πρώτη φορά στα ελληνικά και ανέλαβε να το ζωντανέψει στη σκηνή. Η παράσταση συνεχίζεται για δεύτερη σεζόν στο Θέατρο 104 στη σκηνή Black Box σε σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ με συμπρωταγωνίστρια την Λουκία Ανάγνου. Γνωρίστε και ανακαλύψτε την Σίλια Γεωργέλου στην παρακάτω αποκλειστική συνέντευξη.

-Συστήσου στο κοινό για να σε γνωρίσει καλύτερα.
Είμαι η Σίλια Γεωργέλου, ηθοποιός. Αυτό που με ενδιαφέρει πολύ στη δουλειά μου είναι οι άνθρωποι και κυρίως όλα αυτά που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Με ενδιαφέρουν οι χαρακτήρες που
έχουν αντιφάσεις και που δεν μπορείς εύκολα να τους βάλεις σε ένα κουτάκι.
-Ποιος είναι ο ρόλος σου στην παράσταση;
Υποδύομαι την Περσεφόνη. Είναι μια γυναίκα που βρίσκεται έγκλειστη σε ένα ίδρυμα, σε μια εποχή που μια γυναίκα μπορούσε πολύ εύκολα να θεωρηθεί «διαφορετική» και γι’ αυτό να τιμωρηθεί. Η Περσεφόνη κουβαλάει πολλή μοναξιά, αλλά ταυτόχρονα έχει μέσα της μια τεράστια ανάγκη για ζωή. Η σχέση της με τη Ντόρα είναι αυτό που σιγά σιγά της ανοίγει έναν δρόμο προς την ελευθερία.
-Πώς είναι να σε σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ;
Είναι μια πολύ ουσιαστική διαδικασία. Η Λίλλυ δεν σου δίνει απλώς ένα ρόλο και σου λέει πώς να τον παίξεις. Σε βάζει να ψάξεις. Να καταλάβεις τον άνθρωπο που υποδύεσαι και να βρεις τι είναι αυτό που πραγματικά θέλεις να πεις μέσα από αυτόν. Και αυτό απαιτεί δουλειά, αλλά είναι και πολύ όμορφο.
-Τι συμβαίνει στην παράσταση; Πες μας την ιστορία.
Βρισκόμαστε σε ένα ίδρυμα στην Αγγλία, όπου δύο γυναίκες έχουν περάσει μεγάλο μέρος της ζωής τους έγκλειστες. Η Ντόρα και η Περσεφόνη γνωρίζονται εκεί και, μέσα από τη σχέση που
δημιουργούν, βρίσκουν έναν τρόπο να αντέξουν αυτή τη ζωή. Είναι δύο γυναίκες που κάποτε η κοινωνία αποφάσισε ότι ήταν διαφορετικές και ότι έπρεπε να απομονωθούν. Και αυτό που βλέπουμε είναι πώς αυτές οι δύο γυναίκες, μέσα σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο, καταφέρνουν να δημιουργήσουν τον δικό τους
κόσμο. Για μένα είναι πολύ έντονα μια ιστορία για τη φιλία και για την ανάγκη του ανθρώπου να έχει έναν άλλον άνθρωπο δίπλα του που να τον βλέπει και να τον αποδέχεται.
-Πώς μπήκε το μικρόβιο της υποκριτικής μέσα σου;
Νομίζω ότι από πολύ νωρίς είχα αυτή την ανάγκη να παρατηρώ τους ανθρώπους και να προσπαθώ να καταλάβω τι υπάρχει πίσω από αυτό που δείχνουν. Στην πορεία κατάλαβα ότι αυτό είναι κάτι
που θέλω να κάνω πραγματικά στη ζωή μου.

-Είναι δύσκολο για μια νέα ηθοποιό να βρει δουλειά και να την εμπιστευτούν;
Ναι. Και δεν είναι μόνο δύσκολο να βρεις δουλειά· είναι δύσκολο να σου δοθεί η ευκαιρία να αποδείξεις τι μπορείς να κάνεις. Υπάρχουν πάρα πολλοί νέοι και ταλαντούχοι άνθρωποι και πολύ λίγες ευκαιρίες. Και πολλές φορές πρέπει να επιμένεις χωρίς να έχεις καμία εγγύηση ότι η επόμενη πόρτα θα ανοίξει. Νομίζω όμως ότι το σημαντικό είναι να μη χάσεις την πίστη σου στη δουλειά σου. Να συνεχίζεις να δημιουργείς, ακόμη κι όταν δεν σε επιλέγουν.
-Πώς είναι η καθημερινότητά σου;
Δεν έχει πολλή σταθερότητα. Υπάρχουν περίοδοι που η δουλειά είναι όλη σου η μέρα και άλλες που περιμένεις το επόμενο πράγμα να συμβεί. Πρόβες, παραστάσεις, auditions, διάβασμα, δουλειές για να μπορώ να συντηρώ τη δουλειά μου ως ηθοποιός. Και μέσα σε όλα αυτά προσπαθώ να κρατάω λίγο χώρο για τη ζωή μου και για
τους ανθρώπους μου.
-Χωράει προσωπική ζωή στο πρόγραμμά σου;
Χωράει, αλλά όχι πάντα όσο θα ήθελα. Και νομίζω ότι είναι κάτι που μαθαίνεις με τον καιρό: ότι δεν μπορείς να περιμένεις να περισσέψει χρόνος για την προσωπική σου ζωή. Πρέπει να τον διεκδικήσεις.
-Ονειρεύεσαι κάποιους ρόλους, κάποια έργα;
Δεν έχω ένα συγκεκριμένο ρόλο που να λέω «αυτόν πρέπει οπωσδήποτε να τον παίξω». Με ενδιαφέρουν περισσότερο οι χαρακτήρες που με δυσκολεύουν, που με κάνουν να αναρωτιέμαι και να ανακαλύπτω κάτι που δεν γνώριζα για τον άνθρωπο. Θα ήθελα να κάνω έργα που μιλούν για ανθρώπους που προσπαθούν να υπάρξουν ελεύθεροι, που δεν είναι εύκολο να τους κατατάξεις. Και θα ήθελα κάποια στιγμή να δημιουργήσω κι εγώ κάτι από την αρχή, όχι μόνο να περιμένω να μου προτείνουν ένα ρόλο.
-Θέατρο, τηλεόραση και κινηματογράφος. Ποιο από τα τρία διαλέγεις;
Δεν θα ήθελα να διαλέξω. Έχουν διαφορετικό τρόπο να μιλάνε στον θεατή και διαφορετική γοητεία. Το θέατρο έχει αυτή τη μοναδική συνθήκη της ζωντανής συνάντησης. Ο κινηματογράφος έχει μια άλλη ευαισθησία, μια άλλη λεπτομέρεια. Και η τηλεόραση μπορεί να σου δώσει τη δυνατότητα να μείνεις περισσότερο με έναν χαρακτήρα και να τον εξελίξεις. Θέλω να είμαι ηθοποιός και στα τρία, αρκεί αυτό που κάνω να έχει κάτι να μου πει.

-Τι σημαίνει θέατρο για σένα;
Σημαίνει συνάντηση. Δύο άνθρωποι που κάθονται στην ίδια αίθουσα και, για λίγο, αποφασίζουν να πιστέψουν μαζί στην ίδια ιστορία. Και ίσως γι’ αυτό το θέατρο είναι τόσο σημαντικό για μένα. Γιατί σε
μια εποχή που μπορούμε να επικοινωνούμε συνέχεια και ταυτόχρονα να είμαστε τρομερά μόνοι, το θέατρο απαιτεί να είμαστε πραγματικά παρόντες ο ένας απέναντι στον άλλον.
-Πώς βλέπεις τα πράγματα στο ελληνικό θέατρο σήμερα με τις πολλές σκηνές; Τις αντέχει η Αθήνα;
Η Αθήνα έχει μια τεράστια θεατρική δραστηριότητα και αυτό από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Υπάρχουν άνθρωποι που δημιουργούν συνεχώς, νέες ομάδες, νέες σκηνές, νέες προσεγγίσεις. Δεν θα ήθελα να υπάρχουν λιγότερες φωνές. Θα ήθελα όμως οι άνθρωποι που κάνουν θέατρο να μπορούν να ζουν από αυτό και οι παραστάσεις να έχουν το χρόνο και τις συνθήκες που χρειάζονται για να συναντήσουν το κοινό τους.
-Γιατί να δούμε την παράσταση;
Γιατί είναι μια ιστορία για δύο γυναίκες που, ενώ η κοινωνία αποφάσισε ότι δεν έχουν θέση μέσα σε αυτήν, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα δικό τους κόσμο. Και γιατί, τελικά, δεν είναι μόνο μια ιστορία για τον εγκλεισμό. Είναι μια ιστορία για τη φιλία, τη μοναξιά, την ανάγκη μας να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε και για το πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει κάποιος που να μας βλέπει πραγματικά.
-Μια αγαπημένη σου φράση από το έργο.
«We are not mad, we are just different.» Μου αρέσει γιατί μέσα σε μία φράση υπάρχει όλη η ανάγκη αυτών
των δύο γυναικών να μην τις ορίσει κάποιος άλλος. Να μην αποφασίσει κάποιος άλλος ποια είναι.
-Τα επόμενα ή παράλληλα καλλιτεχνικά σου σχέδια;
Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω ως ηθοποιός, αλλά και να δημιουργήσω δικά μου πράγματα. Με ενδιαφέρει πολύ η διαδικασία από την αρχή: να βρω μια ιστορία, να την ψάξω, να τη μεταφράσω σε σκηνική πράξη και να τη μοιραστώ με άλλους ανθρώπους. Δεν θέλω να περιμένω απλώς την επόμενη δουλειά. Θέλω να συνεχίσω να δημιουργώ, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποιος να μου έχει ήδη ανοίξει το δρόμο












































Σχόλια για αυτό το άρθρο