
Η παρουσία του Δήμου Αβδελιώδη στο σύγχρονο θεατρικό πολιτισμό συνιστά ένα σπάνιο και βαθιά ουσιαστικό φαινόμενο, καλλιτεχνικής συνέπειας, πνευματικής καθαρότητας και αισθητικής ακεραιότητας. Ο σπουδαίος αυτός θεατράνθρωπος έχει κατορθώσει, μέσα από μια μακρά και δημιουργική πορεία, να διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο σκηνοθετικά σκηνοθετικό σύμπαν, στο οποίο το θέατρο δεν λειτουργεί απλώς ως καλλιτεχνική πράξη, αλλά ως χώρος πνευματικής καλλιέργειας, ηθικής ανάτασης και βαθιάς υπαρξιακής θεραπείας του ανθρώπου! Από το 1993, όταν άρχισε να καταθέτει συστηματικά το σκηνοθετικό του όραμα στη σκηνή, ο Δήμος Αβδελιώδης επέλεξε με αξιοθαύμαστη συνέπεια να αφιερωθεί αποκλειστικά στο ελληνικό ρεπερτόριο. Η επιλογή αυτή δεν υπήρξε απλώς αισθητική ή δραματολογική- υπήρξε πρωτίστως μια βαθιά πολιτισμική και φιλοσοφική στάση. Τα 31 έργα που έχει μέχρι σήμερα σκηνοθετήσει συνιστούν ένα εκλεκτό σώμα παραστάσεων με έντονο παιδευτικό και θεραπευτικό χαρακτήρα για την ανθρώπινη ψυχή. Μέσα από τη λιτότητα, την ακρίβεια και την εσωτερική πνευματικότητα της σκηνοθετικής του γραφής, ο Αβδελιώδης αναδεικνύει την πεμπτουσία του διαχρονικού ελληνικού λόγου και μετατρέπει τη σκηνή σε τόπο, όπου η τέχνη συναντά τη φιλοσοφία και η αισθητική συνομιλεί με την ηθική διάσταση του πολιτισμού. Οι παραστάσεις του αποτελούν, στην ουσία τους, μια βαθιά ερμηνευτική κατάδυση στον πυρήνα του οικουμενικού ελληνικού πνεύματος- εκείνου του πνεύματος που γέννησε αξίες και ιδέες ενός πανανθρώπινου γήινου πολιτισμού, υπερβαίνοντας σύνορα, έθνη και φυλές. Στο θέατρο του Αβδελιώδη, η ελληνική γλώσσα και η δραματουργία μετατρέπονται σε φορείς μιας καθολικής ανθρωπιστικής εμπειρίας, που αγγίζει τον θεατή όχι μόνο αισθητικά αλλά και υπαρξιακά. Ιδιαίτερη θέση στο πρόσφατο καλλιτεχνικό του έργο κατέχει η σκηνική μεταφορά του αριστουργηματικού διηγήματος του Βιζυηνού ”Το αμάρτημα της μητρός μου”, το οποίο παρουσιάζεται αυτή την περίοδο στο ιστορικό Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Με πρωταγωνίστρια την εξαίρετη Μαίρη Βιδάλη και τον ταλαντούχο Θεμιστοκλή Καρποδίνη, η παράσταση αυτή αναδεικνύει με συγκινητική καθαρότητα τη βαθιά ανθρωπογνωσία και τη δραματική δύναμη του βιζυηνού λόγου, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά την ικανότητα του Δήμου Αβδελιώδη να μεταπλάθει την λογοτεχνία σε ζωντανή θεατρική εμπειρία υψηλής πνευματικότητας! Έτσι, το έργο του Δήμου Αβδελιώδη δεν αποτελεί απλώς μια σημαντική σκηνοθετική πορεία, αλλά μια σπάνια πολιτισμική μαρτυρία για το πώς το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας μνήμης, παιδείας και βαθιάς ανθρώπινης αυτογνωσίας. Μέσα από τη δημιουργική του επιμονή, αναδεικνύεται ως ένας από τους πλέον ουσιαστικούς εκφραστές της πνευματικής διάστασης του ελληνικού θεάτρου, ένας καλλιτέχνης που υπηρετεί με σεμνότητα και μεγαλείο την αλήθεια του λόγου και την καθολικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας! Δεν είναι υπερβολή να υποστηριχθεί ότι η σκηνοθετική του πορεία συγκροτεί μια ιδιότυπη πνευματική σχολή θεάτρου, στην οποία η αισθητική λιτότητα συναντά τη βαθιά ανθρωπολογική γνώση και η καλλιτεχνική πράξη ανυψώνεται σε πράξη παιδείας. Ο Αβδελιώδης με την προσήλωσή του στον ελληνικό λόγο και στην ουσία της δραματικής τέχνης, λειτουργεί ως θεματοφύλακας μιας υψηλής θεατρικής παράδοσης που διασώζει και μεταγγίζει στις νεότερες γενιές την ουσία του ελληνικού πολιτισμικού αποθέματος. Η δημιουργία του απαλλαγμένη από επιφανειακούς εντυπωσιασμούς και σκηνοθετικές επιδείξεις, χαρακτηρίζεται από μια σχεδόν φιλοσοφική καθαρότητα, μέσα από την οποία το θέατρο επανέρχεται στον αρχέγονο προορισμό του: να φωτίζει τον άνθρωπο, να εξαγνίζει την ψυχή και να υπενθυμίζει τη βαθύτερη ενότητα της ανθρώπινης μοίρας. Με αυτό τον τρόπο, ο Δήμος Αβδελιώδης, καθίσταται όχι απλώς ένας διακεκριμένος σκηνοθέτης, αλλά μια εμβληματική πνευματική μορφή του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, ένας δημιουργός που με την αφοσίωση του στην ουσία της τέχνης ανανεώνει αδιάκοπα τη ζωντανή σχέση του ελληνικού λόγου με την πανανθρώπινη εμπειρία.

– Tόσα χρόνια που σας παρακολουθώ στο θέατρο ανεβάζετε κυρίως ελληνικό ρεπερτόριο. Γιατί;
Τα 31 θεατρικά έργα που έχω επιλέξει έως τώρα είναι διδακτικά και θεραπευτικά της ψυχής! Μας μαθαίνουν κατ’ αρχήν πως η δραματουργική τέχνη δεν είναι θέμα μιας αυθαίρετης υποκειμενικής αντίληψης της πραγματικότητας, αλλά όπως έχει καταγράψει ο Αριστοτέλης, μιας συνειδητής, βάσει κανόνων, επιλογής, διαχείρισης και αρχιτεκτονικής, ενός πλήθους πληροφοριών, που η ανασύνταξή τους σε ένα κείμενο που είναι το έργο και η φωνητική του αναπαράσταση δια της παράστασης, έχει μόνο καλό σκοπό: Την ‘οικεία ηδονή’, δηλαδή την απέραντη ευχαρίστηση και τον ενθουσιασμό που νιώθουν οι άνθρωποι όταν μια παράσταση ζωντανεύει μπροστά τους με καθαρότητα αλήθειας. Δηλαδή τις αιτίες που τους οδηγούν στο κακό και που δεν είναι άλλες από τον εγωισμό, την αλαζονεία και το θυμό. Ο πρώτος διδάξας στον πλανήτη αυτής της τέχνης είναι ο Όμηρος κι οι πρώτοι μαθητές του, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης που δημιούργησαν την Τραγωδία, το Σατυρικό Δράμα και την Κωμωδία. Έτσι, το πλήθος των παραστάσεων ρεπερτορίου που έχω ξεκινήσει από το 1993, εμπεριέχουν την πεμπτουσία του διαχρονικού, οικουμενικού ελληνικού πνεύματος, που γέννησε τις αξίες ενός πανανθρώπινου γήινου πολιτισμού ανεξαρτήτως έθνους και φυλής.
Τα έργα αυτά φαντάζουν σήμερα απρόσιτα και δύσκολα, επειδή έχουν το γλωσσικό ιδίωμα της εποχής τους, εμποδίζοντας τις νέες γενιές να αναγνωρίσουν και να αφομοιώσουν το διαχρονικά ευφυή, απολαυστικό, ψυχαγωγικό και θεραπευτικό χαρακτήρα αυτών των έργων και μάλιστα απέναντι σε μια πλημμυρίδα ενός αντιφατικού πλήθους πληροφοριών από το σύγχρονο οπτικοακουστικό σύστημα επικοινωνίας, που τις παρέχει αενάως και αφειδώς, χωρίς έλεγχο και χωρίς αξιολογικά κριτήρια, αποδίδοντας έτσι ίδια αξία, και στη σωστή, και στη λάθος πληροφορία, δημιουργώντας πρόσθετο χάος και σύγχυση, εξισώνοντας το χρήσιμο με το ανωφελές.
Ο τρόπος που προσπαθώ τόσα χρόνια να κρατώ αυτά τα έργα επίκαιρα είναι αποτελεσματικός. Πρέπει να πω ότι οι μουσικοί/μαθηματικοί κανόνες της υποκριτικής τέχνης, που ανακάλυψα και εφαρμόζω εξ αρχής με την Λογική-Μουσική Μέθοδό μου, εγγυάται πως ζωντανεύει ολογραφικά το πλήθος των εικόνων και των ιδεών που εμπεριέχουν, ενώ τα αξιολογικά κριτήρια εγγράφονται ως ηχητικό/ μουσικό βίωμα που μεταδίδουν οι ερμηνείες των ηθοποιών μου, δημιουργώντας στο νου του θεατή τη δυνατότητα αυτόματης διάκρισης της αρμονίας από τη χασμωδία και του καλού από το άσχημο.
Έχοντας παρουσιάσει πλήθος παραστάσεων στην αυθεντική καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη και του Βιζυηνού αλλά και στην αρχαία ελληνική γλώσσα του Πλάτωνα με την Απολογία του Σωκράτη, μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως ακόμη και παιδιά προσχολικής ηλικίας σοβάρευαν και συγκέντρωναν την προσοχή τους από τον ήχο της φωνής των ηθοποιών, νιώθοντας πως τα αισθήματα που διακυβεύονταν εκείνη τη στιγμή αφορούσαν αποκλειστικά το καλό. Επειδή μόνο το πρωτότυπο κείμενο του συγγραφέα εμπεριέχει αυτά τα αισθήματα που ζωντανεύουν με τη φωνή. Η μετάφραση αυτών των έργων όσο καλή κι αν φαίνεται, είναι μια άλλη παρτιτούρα που αποδίδει περισσότερο τα αισθήματα του μεταφραστή και είναι ελλιπής ως προς τα αυθεντικά αισθήματα του δημιουργού του έργου.

– Γιατί επιλέξατε να ανεβάσετε το αυτοβιογραφικό έργο του σπουδαίου Γεωργίου Βιζυηνού ”Το αμάρτημα της μητρός μου” με πρωταγωνίστρια την Μαίρη Βιδάλη;
Το έργο έχει δύο πρωταγωνιστές. Η κυρία Βιδάλη, μου έδωσε τη μεγάλη χαρά και τιμή ακολουθώντας τη μέθοδο και τους κανόνες της, να χαρίσει στο κοινό μια λιτή, σπάνιας απλότητας και σκηνικής οικονομίας ερμηνεία και αξίζει να την δούνε όλοι… Την ευχαριστώ εγκάρδια, όπως και τον Θεμιστοκλή Καρποδίνη επίσης χρόνια συνεργάτη μου για τους ίδιους λόγους! Όσοι τον είδαν πέρσι στο «Όνειρο στο κύμα -έρως ήρως» του Παπαδιαμάντη δεν θα τον ξεχάσουν ποτέ.

-Ποια ήταν η σκηνοθετική σας προσέγγιση, πόσο μέγιστος συγγραφέας-και γιατί- είναι ο Βιζυηνός και ποια πανανθρώπινη αξία περνά ως μήνυμα με το αριστουργηματικό του αυτό έργο;
Με «Το Αμάρτημα της Μητρός μου» ο Βιζυηνός αναδεικνύει την έννοια της συγχώρησης. Το να μπει κανείς στην θέση του άλλου για να αφουγκραστεί την ψυχή του δεν είναι οίκτος ούτε περιέργεια. Είναι ηθική και ορθολογική επιλογή. Ακούγοντας την αλήθεια του άλλου, μπορεί να νοιώσουμε πως κι εμείς κάτω από τις ίδιες συνθήκες δεν θα μπορούσαμε να πράξουμε διαφορετικά. Αυτό δημιουργεί αμοιβαία αποδοχή και κατανόηση του άλλου ως να ήταν ο εαυτός μας. Αυτή του η βεβαιότητα για τη συγχώρηση, ως έλλογου αλληλοσεβασμού, μας απελευθερώνει από την αμφιβολία την υποψία και το φόβο του πεπρωμένου. Έτσι επανιδρύει με τον δικό του τον τρόπο στο σήμερα το παιδαγωγικό πνεύμα της τραγωδίας αλλά και του σατυρικού δράματος καλλιεργώντας τις πανανθρώπινες αξίες που δίνουν νόημα και ενθουσιασμό στην ανθρώπινη ύπαρξη μέσα από την αβίαστη συγκίνηση. Μ’ αυτή του την παιδεία την ευγένεια του χαρακτήρα και την ιδιοφυία του, ο Βιζυηνός, κατέθεσε το πολυσχιδές παγκόσμιας ακτινοβολίας έργο του στην πεζογραφία, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, την ποίηση. Έργο που παραμένοντας ανεξερεύνητο και απροστάτευτο από τους θεσμούς δεν έχει ακόμη κατατάξει τον δημιουργό τους ανάμεσα στους πλέον ξεχωριστούς δραματουργούς της συνολικής ελληνικής Γραμματείας. Ο Βιζυηνός σε ηλικία 43 ετών καθηλώνεται χωρίς τη θέλησή του στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Δρομοκαΐτειο χωρίς να πάσχει από ψυχιατρικό νόσημα αλλά από επώδυνη ερωτική απογοήτευση. Τη νύχτα της 15ης Απριλίου του 1896, μόνος, σε ένα δωμάτιο του νοσοκομείου φέρνει στον νου του το είδωλο της μητέρας του λίγο πριν αφήσει την τελευταία πνοή του.











































Σχόλια για αυτό το άρθρο