Κριτική: “Ο Φάρος” σε κάνει να θες να βρεις το φως της αλήθειας μέσα σε μια απελπισμένη θάλασσα τυφλότητας και μέθης

Από την/τον Τάσος Κατρής Θεοδωρόπουλος (TAZ) | 24 Φεβρουαρίου 2018

O-FAROS-PRESS-PHOTO-1-small-copy

Ο Φάρος με έναν ιδιαίτερο σκληρό και τρυφερό, γλυκόπικρο τρόπο μαύρης κοινωνικής κωμωδίας, σε κάνει να θες να βρεις το φως της αλήθειας μέσα σε μια απελπισμένη θάλασσα τυφλότητας και μέθης.

Παραμονές Χριστουγέννων σε ένα σπίτι στην επαρχιακή Ιρλανδία, ήρωες τυφλωμένοι από το πολύ αλκοόλ (Ιρλανδία είναι αυτή) κι ανάμεσά τους ένας πραγματικά τυφλός. Ένας απρόσμενος επισκέπτης, θα έρθει ζητώντας για αντάλλαγμα μια αμαρτωλή ψυχή από την παρέα. Όμως ακόμα και ο ίδιος ο διάβολος μπορεί να νικηθεί από την τιμιότητα των τσακισμένων. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, μεταφέροντας το έργο του Κόνορ Μακφέρσον του οποίου ο αυθεντικός τίτλος είναι «Οι ναυτικοί» κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα αλλά αυτή τη φορά καλύτερα από κάθε άλλη φορά. Εγκλωβίζει σχεδόν μπουνουελικά τους ήρωές του σε έναν χώρο και τους αφήνει να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους, τις χασούρες της ζωής τους και τα κέρδη τους. Μια παρτίδα χαρτιών θα είναι απλά η αφορμή για τον καθένα από αυτούς, να παίξουν μεθυσμένοι ντίρλα με τα όρια τους, τον τυφλό να βλέπει πολύ πιο φωτεινά το φάρο που αχνοφέγγει στη θάλασσα που τους κυκλώνει και τον κλέφτη ψυχών να έρχεται αντιμέτωπος με κάτι που μάλλον δεν μπορεί να κατανοήσει, την ενότητα των ανθρώπινων ψυχών.

seafarer_print@stavroshabakis-6

Από το νεορεαλιστικό στο μεταφυσικό και τον Φάουστ στα χαρακώματα, ο Μάρκουλος καθοδηγεί γερά ένα απολαυστικό ανσάμπλ ηθοποιών (Μαρκουλάκης, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Νίκος Ψαρράς, Αιμίλιος Χειλάκης, Προμηθέας Αλειφερόπουλος) σε μια από τις καλύτερες στιγμές τους. Αφετηρία του και ταυτόχρονα τελικός σκοπός, μια χαρμολύπη κατανόησης και συνύπαρξης και ειρηνικής συνθήκης με τα τραύματα μας. Όταν όλα τελειώσουν, κανείς δεν σου εγγυάται ότι τα άγρια μεθύσια και η απελπισία δεν θα ξανάρθουν. Όμως ενδιάμεσα, όλοι τους έχουν δει να αχνοφέγγει ο φάρος κι αυτό δίνει ελπίδα. Σε μια παράσταση που η μαγεία της βρίσκεται στο ότι μετατρέπει σε ελαφρύ το βαρύ χωρίς όμως η ουσία να χάνει τα κιλά της, και χρησιμοποιεί το διάλογο για να σε αποπροσανατολίσει ανάμεσα στη δραματική κωμωδία και τη σχεδόν θριλερική αγωνία. Δεν ξέρεις αν βλέπεις μια ομαδική ψυχοθεραπεία μεθυσμένων που χάνονται μέσα σε οράματα, ή ένα παρεϊστικο αστείο χριστουγεννιάτικου θρήνου. Κι αυτό επειδή κάπου ανάμεσα σε αυτούς τους ήρωες βρίσκονται κομμάτια του εαυτού σου που απλά τα έχεις μασκάρει αποκριάτικα για να μη φανεί η αλήθειά σου.

Σε ένα έργο, που σε κάνει να αμφιβάλλεις για την αλήθεια σου αλλά δεν σε εκβιάζει να κάνεις αυτήν την παραδοχή, ούτε σου εγγυάται μια κάθαρση, με τη Χριστιανική έννοια του όρου, μολονότι στο φόντο του σκηνικού υπάρχει μια εικόνα του Χριστούλη με ένα κόκκινο λαμπάκι από κάτω, που ανάβει και σβήνει και μετά για να ανάψει ξανά, οι ήρωες πρέπει να το χτυπήσουν με τα δάχτυλά τους, να επανέλθει ο ηλεκτρισμός, να ανάψει ξανά το φως, που από τη μία μοιάζει με διέξοδο, από την άλλη με μίζερη πανηγυριώτικη εικόνα πάνω στις οποίες τοποθετούμε τις ελπίδες μας (αν ανάψει το φωτάκι), χωρίς καμία ηθικολογία. Το κακό μπορεί να νικηθεί χωρίς φανφάρες πανηγυριού και προσευχές, αρκεί να ανακαλύψεις το καλό μέσα σου και τους δεσμούς ζωής που έχεις με άλλους ανθρώπους.

Κανείς δεν σου εγγυάται το αποτέλεσμα της επόμενης μέρας, όμως έχεις βρει ένα φάρο. Επιλογή σου αν θα ακολουθήσεις τα σημάδια του ή αν θα τσακιστείς πάνω στα βράχια. Επιλογή σου επίσης και το αν θα καταλάβεις πως το πλεούμενο σου δεν είναι κότερο, αλλά μια ταπεινή ψαρόβαρκα. Ο Μακφέρσον, χρησιμοποιεί την τυφλότητα και τη μέθη, σαν να έχει διαβάσει καλά τα ανάλογα κείμενα, το «Περί τυφλότητας» του Χοσέ Σαραμάνγκο και το «Περί Μέθης» του Κωστή Παπαγιώργη και σε οδηγεί με τη βοήθεια του Μαρκουλάκη, σε ένα περίεργο ταξίδι επαφής με τη δική σου τυφλότητα και μέθη, ακόμα κι αν η όρασή σου είναι εξαιρετική και δεν έχεις δοκιμάσει ποτέ αλκοόλ στη ζωή σου. Όλοι μας βιώνουμε μια υποκειμενική πραγματικότητα, ειδικά οι ήρωες του έργου, και όλοι νιώθουμε ένοχοι που δεν μπορούμε να βρούμε την αντικειμενική πραγματικότητα. Το ερώτημα όμως είναι, υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα ή είναι απλά ένα κόλπο του μυαλού μας για να αισθανόμαστε ασφαλείς; Και πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα προσωπικά μας τραύματα και ελλείμματα χωρίς να χάσουμε αυτά που μας καθιστούν μοναδικούς;

seafarer_print@stavroshabakis-10

Το συγκεκριμένο θεατρικό παιχνίδι, γιατί για παιχνίδι πρόκειται, σε κάνει να αναρωτιέσαι τι ευθύνες έχεις αν βγεις νικητής πάνω σε μια τελευταία γύρα χαρτοπεξίας. Οι τυφλοί βλέπουν και οι μεθυσμένοι σχοινοβατούν ανάμεσα στην ανάγκη τους για επανεφεύρεση μιας αλήθειας που ανέχεται τα ελαττώματα τους.  Όταν αυτή η νύχτα Χριστουγέννων τελειώσει, ο Άι Βασίλης θα έχει περάσει από αυτό το σπίτι, με μια όμως εντελώς διαφορετική μορφή.  Και ο καθένας, θα έχει να αναμετρηθεί με τα δώρα του, χωρίς κανέναν πια εκβιασμό πέρα από τον εκβιασμό που οι ίδιοι θα συνεχίσουν επιβάλλουν στη ζωή τους. Όπως και οι θεατές.

Τάσος Κατρής Θεοδωρόπουλος (TAZ)

Τάσος Κατρής Θεοδωρόπουλος (TAZ)

Μικρός ήθελε να γίνει καραγκιοζοπαίχτης και πορνοστάρ. Αγαπημένη του ταινία είναι «Η Υπολοχαγός Νατάσσα» γιατί πάντα κλαίει εκεί που η Αλίκη βρίσκει το παιδί της και ξεμουγκεύει. Στα σινεμά τον έβαζαν πάντα τσάμπα γιατί χάζευε με τις ώρες τις φωτογραφίες από έξω και τον λυπόντουσαν για φτωχό. Τότε αποφάσισε ότι η ζωή είναι σινεμά. Από τα media πέρασε μια μέρα τυχαία σαν ντελιβεράς με καφέδες, αλλά τον έκαναν συντάκτη για λόγους που σύντομα θα διδάσκονται ως παράδειγμα προς αποφυγή σε όλα τα πανεπιστημιακά τμήματα των media.

ΣΧΟΛΙΑ

Your email address will not be published. Required fields are marked *