
Με το ποίημα “Αγάπη” που έγραψε ο Χρήστος Διαμαντής το 2021, ξεκίνησε η τρίτη μέρα για το 14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης, αφιερωμένη στον Χρήστο Διαμαντή που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στο χωριό Φυλακτή της Καρδίτσας, στην Αυλή του Δημοτικού Σχολείου Φυλακτής – Πολιτιστικό Κέντρο Χρήστος Διαμαντής. Μια ημέρα αφιερωμένη στον συνθέτη, τραγουδοποιό και ποιητή Χρήστο Διαμαντή που υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού Θράκα, συντάκτης της Περιοδικής Επιθεώρησης για το Λόγο και την Τέχνη στη Λίμνη Πλαστήρα, μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης και της Συνάντησης ποιητών στη Λίμνη Πλαστήρα. Ο Χρήστος Διαμαντής ήταν ένα σπουδαίο παιδί, εξαιρετικός ποιητής, ταλαντούχος μουσικός, μεταδοτικός δάσκαλος και είχε τη φλόγα της δημιουργίας. Είναι ζωντανός μέσα από το έργο του και την ποίηση.

Παρουσιαστής της βραδιάς, ήταν ο Χρήστος Κολτσίδας. Για τον Χρήστο Διαμαντή, μίλησαν εκτός ο Δήμαρχος Παναγιώτης Νάνος, ο Γιάννης Αλεξίου, ο Θανάσης Τσιαμαντάς και ο Διευθυντής του Φεστιβάλ Θάνος Γώγος.

Οι ομιλίες:
Θάνος Γώγος: Ο Χρήστος Διμαντής ήταν φίλος, συνεργάτης και ο άνθρωπος που με έπεισε το Φεστιβάλ να μη γίνεται μόνο στη Λάρισα. Τον εμπιστεύτηκα πάρα πολύ όχι μόνο ως φίλο αλλά και ως συνεργάτη που νοιαζόταν για τον πολιτισμό. Μετά το θάνατό του, αποφασίσαμε ότι το Φεστιβάλ, θα έπρεπε να γίνεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στον τόπο καταγωγή του και να έρχονται ποιητές από όλο τον κόσμο, να τιμούν το μέρος και τη μνήμη του. Θα ήταν χαρούμενος που τόσο σημαντικοί ποιητές είναι απόψε μαζί μας

Παναγιώτης Νάνος: Όταν συναντιόμαστε και μιλάμε για ποίηση, δεν μπορεί να μην θυμόμαστε τον Χρήστο Διαμαντή. Είχε μια φρέσκια ποιητική γραφή και είχε να δώσει πάρα πολλά και στην ποίηση και στον πολιτισμό. Τον διέκρινε ένα πολυεπίπεδο δημιουργικό πνεύμα που είχε, δεν έχω συναντήσει άλλον άνθρωπο που ό,τι έπιανε στα χέρια του, το μεταμόρφωνε σε τέχνη. Ο Χρήστος είναι πάντα εδώ, πάντα νέος, πάντα επίκαιρος.

Γιάννης Αλεξίου, Πρόεδρος της κοινότητας Φυλακτής: Η μέρα ανήκει στον Χρήστο Διαμαντή, που μας έμαθε να αγαπάμε την ποίηση, ως χρέος στην κληρονομιά που μας άφησε.

Νίκος Γκαραβέλας, πρόεδρος του Συλλόγου Φυλακτωτιών Καρδίτσας: Είναι μεγάλη τιμή για εμάς να προχωρήσουμε χέρι χέρι στα μονοπάτια που βάδισε και εμπνεύστηκε ο Χρήστος Διαμαντής.

Ηλίας Διαμαντής, συγγραφέας και πατέρας του Χρήστου Διαμαντή: Αυτές οι ποιητικές βραδιές, είναι μια απόδειξη ότι η μνήμη του Χρήστου παραμένει ζωντανή. Σας ευχαριστώ που είστε όλοι εδώ για να θυμηθούμε όλοι μαζί την παρακαταθήκη που μας άφησε ο Χρήστος.



Ακολουθούν ποιήματα και αποσπάσματα:
Ο Ηλίας Διαμαντής διάβασε το ποίημα του Χρήστου Διαμαντή “Διαύγεια”
Διαύγεια
διαύγεια (ή) να μην χάνεις τον στόχο σημαίνει
να παρακαλάς για τα κομμένα μέλη σου και την επόμενη μην χάνεσαι
να γράφεις μουσική με τα μέλη αυτά και βέβαια το ποιηματάκι αυτό μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό ή
και προσφυγικό γιατί πάντα χρειάζεται ένας νέος μαθητής να σου θυμίσει
ότι η Δαμασκός πέφτει στη Συρία ενώ εσύ γέρος στα βουνά της Πίνδου ριζωμένος
μαθαίνεις τα πάντα από δεύτερο χέρι

Αθανασία Κακαράντζα
Γέννεση μονοδιάστατης (απόσπασμα)
Αν ο παππούς είχε μυαλό τετράγωνο
ναι, θα ήταν άνθρωπος.
Κόβει χέρι, στόμα σφραγίζει χωρίς political correct
σαν σκνίπα το παιδί του διαλύσει.
Θεσσαλία κρίμα, Θεσσαλία φίρμα
με ρωτά ένας νομάς στη μεγάλη Βλαχία
τι ψάχνεις το χρυσόμαλλο δέρας;
Απομονώσου στο αμπάρι της Μαγνησίας

Ειρήνη Καραγιαννίδου
(απόσπασμα)
Ο κάμπος τρώει τα παιδιά του
Σε τοπία ουδέτερης ζώνης όπου ποτάμι τρέχει
δέντρα και βουνά φεύγουν και χάνονται
εκεί που στέκεται παιδί αμίλητο παρατηρώντας
κι η καρδιά σου ένα συμπαγές επίπεδο μαδέρι
κάποτε στα σαράντα κλαίει επιδοτήσεις
Όμως μήτε κάμποι υπάρχουν πια, μήτε και μπαμπάκια
μόνο βαθιά, πολύ βαθιά μες στο κεφάλι της
ένα ποτιστηράκι

Ηλίας Μπαρτζιώκας
Η μικρή μας πόλη
Εμείς καλά περνάμε στη μικρή μας πόλη
μακρυά από τους θόρυβους και την πολυκοσμία
Το πρωί πάμε στα χωράφια μας
και το απόγευμα ως το βράδυ στα καφενεία.
Καμιά φορά, κι όλη την ημέρα την περνάμε στα καφενεία
ή και στα μαγαζιά άμα δεν είναι ημιαργία.
Μαθαίνουμε όλα τα νέα διαβάζοντας εφημερίδες και βλέποντας τηλεόραση
συζητάμε για ποδόσφαιρο, την πολιτική και τα βαμβάκια μας
που και που γράφουμε συνθήματα στους τοίχους και τα πεζοδρόμια
και συμμετέχουμε στις διαμαρτυρίες για τις χαμηλές τιμές των αγροτικών μας προϊόντων
Τις Παρασκευές ψωνίζουμε στη βδομαδιάτικη λαϊκή
δεν μπορούμε να συντηρούμε καθημερινή
Μονάχα τις Κυριακές τα βράδια σπάζοντας τη μονοτονία μιας ολόκληρης εβδομάδας
σκοτώνουμε τις ώρες μας κάνοντας βόλτες στην κεντρική πλατεία
έχουμε κι ένα τρελό που μας διασκεδάζει
Εμείς καλά περνάμε στη μικρή μας πόλη αλλά θέλουμε να την εγκαταλείψουμε

Ο Βαγγέλης Μπριάνας διάβασε τα ποίηματα “Το χρυσό λιβάδι”, “Συντελεσμένα όνειρα”, “Ουροβόρα νύχτα”
Το χρυσό λιβάδι
Πέρασε στρωτά ο μαύρος θεριστής πάνω από το χρυσό λιβάδι
έλαμψε το πρόσωπό του, γυάλισαν τα μάτια του
τόση χαρά κρυμμένη πού την είχε;
Τόση χαρά για το χρυσό ή το λιβάδι;

Παναγιώτης Νάνος
Ρήγας Φεραίος 1757-1798 (απόσπασμα)
Θεσσαλική γη, μήτρα ευλογημένη
γέννησες κι ανάστησε τον Ρήγα
ελεύθερα τον έμαθες να ζει, σκέψη να ακονίζει με την πένα
σπορά ο λόγος και καρπός η λευτεριά

Η Νικολέτα Τσιλίκη διάβασε τα ποιήματα “Παρακμή” και “Ρίζες”
Ρίζες
Επιστρέφω. Η μουριά με αναγνωρίζει πρώτη
έχει πάνω της ακόμη τα παιδικά μου αποτυπώματα
Η ποδιά της επιμένει στον αέρα
οι κοτσίδες μου υπάρχουν στα χέρια της
τα γεμιστά αχνίζουν σε αδειανό τραπέζι
η καρέκλα της άδεια δίπλα σε ένα κόκκινο βασιλικό που ρουφάει τις μνήμες
εγώ ακούω μόνο τη σιωπή που γίνεται ποίηση

Αφροδίτη Τσιώλη
Γαλήνια νύχτα (απόσπασμα)
Με καπνό σε κλειστή κάμαρα σαν έφυγε η γυναίκα που αγαπούσε
Η γαλήνια νύχτα φυλακή
λάδι, που τροφοδοτείς την άμετρη και γλυκερή καντήλα
στείλε καναρίνι και φέγγε μας να βρούμε τη σπηλιά
χαρομάγε διπρόσωπε
μάταιο μηδέν

Γεωργία Γιώτα
Πότε ή ποτέ (απόσπασμα)
Πότε, με μια λέξη βιαστικά δισύλλαβη
κι ένα σημείο στίξης να ακολουθεί ανελέητα
εμμονές που υπογράφουν αιτήσεις παγίδων
με απαντήσεις πότε ώριμες άλλοτε άγουρες
να ανασαίνουν με μηχανική υποστήριξη και πείσμα ατημέλητο
σε θερμοκοιτίδες ζωής ή θανάτου

Χρήστος Κολτσίδας
(απόσπασμα)
Δεν είναι καιρός για αγιογραφίες
το χώμα λέει την ίδια ιστορία
το οξειδωμένο μπλε, οι άγιοι σοβάδες
κάτι δακρύβρεχτα για τη μελαγχολία της φθοράς
το αιωνόβιο φθινόπωρο στις γρίλιες

Rolando Kattán
-Ανανόδεντρο
Όταν έφυγε απ’ την Παλαιστίνη, ήθελε να βρει σ’ εκείνες τις χώρες ένα ανανόδεντρο.
Φανταζόταν ένα δέντρο με πυκνή φυλλωσιά, παρόμοιο μ’ αυτό που φύτεψε ο Θεός στον παράδεισο.
Παράτησε τη γη του με την ελπίδα μιας νέας και δεν βρήκε αυτό που περίμενε.
Σ’ αυτό το ποίημα, ο παππούς μου μπορεί να μαζέψει ανανάδες απ’ την κορφή ενός δέντρου, επειδή σ’ ένα ποίημα μπορούν να φυτρώσουν ακόμα και δέντρα που δεν υπάρχουν πια, αρχαίοι καρποί, ακόμα και μία πατρίδα.
Ωστόσο, επιμένω. Αυτό που θέλω να φυτρώσει εδώ δεν είναι το δέντρο, αλλά η ελπίδα ότι υπάρχει ακόμα ένα μέρος όπου τα δέντρα-ανανάδες αφθονούν.
-Ιστορία της τέχνης σύμφωνα με τον επίκουρο
Είμαστε άτομα
που με τρόπους διαφορετικούς νιώθουμε το κρύο.
Τη λύπη που κρέμεται
στους τοίχους ενός μουσείου.
Ένας Χόντλερ,
ένας Ρέμπραντ,
ή ένας Ντεγκά.
Ή τα σκουλήκια
απ’ τα οποία ο Γουάλας Στίβενς
έφτιαχνε τα μεταξωτά του κοστούμια.
Είμαστε το θραύσμα
απ’ το μεγάλο κρύσταλλο του Ντυσάν,
Το ανεξιχνίαστο συκώτι του Τιτυού.
Το άφατο στο μητρικό μάτι.
Το αγαπημένο ξόρκι της Κίρκης.
Το έρημο δωμάτιο του Ιερώνυμου.
Η διδακτορική διατριβή του Μαρξ.
Δεν είμαστε άτομα
που κλαίνε όταν συνευρίσκονται,
αλλά αυτό που κρατάμε απ’ το κενό.
-Οι Πολωνοί ποιητές
Κάπως, η οικειότητα του νερού διέλυσε την φυγή του μονοπατιού. Τα μονοπάτια πολλαπλασιάζονται σαν ένα ποτήρι νερό θρυμματισμένο στη νύχτα. Πολωνοί ποιητές εγκαθίστανται και λάμπουν δίπλα στον Σταυρό του Νότου. Η Κρακοβία έχει τώρα μια λεωφόρο στερεωμένη στο στήθος μου. Όλα τα πλοία του Ντάντσιχ πλέουν προς την αποβάθρα μου. Η αδράνεια είναι μια μέλισσα που σταμάτησε να βουίζει στον ορίζοντα. Κάθε ανοιχτή βρύση μού επαναλαμβάνει έναν στίχο του Ρόζεβιτς: Η πιο απτή περιγραφή του ψωμιού είναι μια περιγραφή της πείνας. Το λάθος ήταν ότι δεν γύρισα τον χάρτη. Δώσαμε στον βορρά ένα όνειρο με το δικό του όνομα. Ο Χέρμπερτ ανακάλυψε την απάτη. Ζούμε μέσα σε μια ντουλάπα και οι σκώροι είναι, στην πραγματικότητα, οι κομήτες που πετούν από πάνω μας. Τώρα ένας μαύρος κύκνος παίρνει τη θέση του φρουρού και συμβουλεύει: ποτέ δεν έχει τρυπήσει ένα ποίημα της Σιμπόρσκα μια σφαίρα. Η ποίηση είναι πιο αξιόπιστη από ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο. Είναι επίσης πιο αξιόπιστη από οποιοδήποτε μονοπάτι. Μέσα από αυτήν, είναι δυνατό να επιστρέψουμε σπίτι. Με ασφάλεια. Όλοι οι δρόμοι τώρα οδηγούν πίσω.

Nilton Santiago
-Κατάλογος τσακισμένων πουλιών
Ο Ακουταγκάουα αυτοκτόνησε παίρνοντας υπερβολική δόση βαρβιτουρικών,
παρότι το αηδόνι που φτερούγιζε κάτω από τα βλέφαρά του
ακόμα ζει.
Είδαν τον Νερβάλ να περπατά μ’ έναν αστακό
με μια μπλε κορδέλα.
Το σώμα του βρέθηκε κρεμασμένο από ένα φανάρι.
Ο Χοσέ Α. Σίλβα πυροβολήθηκε μ’ ένα τριαντάφυλλο από θειάφι
αφού έφαγε για πρωινό μερικές σαρδέλες με αφρό ξυρίσματος.
Μετά την εκτέλεση του συζύγου της και αφού είδε την κόρη της
να θρηνεί σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης,
η Τσβετάγιεβα στραγγαλίστηκε με μια ορχιδέα.
Η σφαίρα που σκότωσε τον Μαγιακόφσκι ήδη έχει επιστρέψει στη γη.
Η Σύλβια Πλαθ έβαλε το κεφάλι της στα μικροκύματα
για να το βγάλει κάτω απ’ το νερό.
Από την Αν Σέξτον δεν έμειναν ούτε τα οστά:
αν κανείς ανοίξει τον τάφο της
θα δει πως είναι γεμάτος σαπουνόφουσκες.
Ο Τσέλαν ρίχτηκε στον Σηκουάνα αφού ανακάλυψε πως είναι ένας ποιητής
και όχι μια μελαγχολική σαλαμάνδρα.
Ο Γουατανάμπε θάφτηκε με όλα του τα υπάρχοντα
κάτω από μια κερασιά.
Δεν αυτοκτόνησε,
αλλά ο φοβισμένος αλιγάτορας που κοιμόταν πλάι του
απόψε κοιμάται μαζί μου.
Τώρα καταλαβαίνω γιατί ο Θεός
αρνήθηκε να είναι πανταχού παρόν.
Αλιεία γαύρου με γρι γρι
«Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, οι ψυχές μυρίζονται το άγνωστο»
σου είπε το αφεντικό,
αφού σε έστειλε να καθαρίσεις τα δίχτυα.
Κάνεις πως τα χέρια σου είναι φτερά πελεκάνου
και αφαιρείς –ένα προς ένα– τα μικρά ψάρια που κλαίνε
κι αστράφτουν, από τα μέσα σου.
Είσαι επίσης ένα μοναχικό κοπάδι που φεύγει,
παρόλο που ούτε οι γηραιότεροι ναυτικοί
ούτε η φάλαινα που ζητιανεύει στην πλώρη του πλοίου
είναι σε θέση να μυρίσουν ή να δουν το φως σου.
Δεν είσαι κάτι πέρα από ακόμα ένα φτωχό παιδί που κερδίζει το ψωμί του.
Στο μεταξύ καθαρίζεις το δίχτυ,
θυμάσαι τις λέξεις της μητέρας σου: «Η διαμελισμένη ψυχή των γαύρων
κρύβεται στ’ αμπάρια από τις βάρκες, γιοκα μ’».
Το δίχτυ είναι έτοιμο: μαζεύεις τα φτερά σου και φωνάζεις το αφεντικό,
που διατάζει να το ρίξετε στη θάλασσα που ανθίζει.
Την αυγή, το σηκώνουν όπως το μαντίλι της Ανδρομέδας,
αλλά εκείνη, που βλέπει μέσα από τη μητέρα σου, δεν σε βλέπει:
το πόδι πελεκάνου σου έχει μπλεχτεί
και σε ρίχνουν
στο νερό.
Το φως σου φωτίζει τους σκελετούς των φαλαινών
με φόντο τη θάλασσα.
Ένα από τα ψάρια που έκλαιγαν σε κοιτάζει,
ήδη διαλυμένο, από τα μέσα μου.
Πιστεύεις πως έτσι είναι ο θάνατος
μέχρι να σου πετάξουν ένα σκοινί που το φτάνεις.
Γυρίζεις να το πιάσεις και το κοιτάζεις στα μάτια,
τα σαγόνια του ζώου ανοίγουν τόσο
που θα μπορούσαν να δαγκώσουν τον ήλιο:
ένα τεράστιο θαλάσσιο λιοντάρι καταπίνει τα ψάρια
που πιάστηκαν στο δίχτυ.
Σε βγάζουν από το νερό σαν ένα ράκος
και με το ζόρι μπορείς να μιλήσεις.
Η ψυχή σου περιπλανιόταν για χρόνια στο αμπάρι της βάρκας,
ψάχνοντάς σε σαν λαγωνικό.
μέχρι που μια μέρα άνοιξες τα μάτια
κι έγινες ο πατέρας μου.
-Μια οποιαδήποτε Δευτέρα στο σταθμό Πανεπιστήμιο μετά την τελευταία εαρινή ισημερία
Ξυπνάς,
τα δέντρα ακόμη κουβαλούν πουλιά στις μακρινές νυχτερινές τους εξορμήσεις
κι εσύ πρέπει να τρέξεις στο ντους για να ξεκινήσεις μια νέα μέρα.
Βγαίνεις στον δρόμο και πας να βρεις έναν καφέ latte,
το χαμόγελο της σερβιτόρας σου θυμίζει
ότι οι άγγελοι δεν είναι αξιόπιστοι
γιατί είναι οι γραφειοκράτες του ουρανού.
Πληρώνεις, κατά λάθος, με ξένο νόμισμα.
Τα κουβαλάς πάνω σου γιατί είναι σαν γραμματόσημα από χώρες που πια δεν υπάρχουν.
Ζητάς συγγνώμη και βγαίνεις από το μπαρ μ’ ένα σμήνος πουλιών στον λαιμό σου.
Βρέχει, αλλά δεν θέλεις να ανοίξεις την ομπρέλα
γιατί ξέρεις ότι όταν βρέχει είναι επειδή ο Θεός κάνει ντους
σύμφωνα με όσα σου είπε μια φορά μια πολύ μεθυσμένη κοπέλα σ’ ένα μπαρ.
Όταν μπαίνεις στον σταθμό,
παρατηρείς ότι τα φτερά των ανθρώπων τσουγκρίζουν το ένα με τ’ άλλο,
αλλά εσύ δεν έχεις φτερά
αλλά έναν καφέ latte που καίει τα χείλη σου.
Τρία λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα για το επόμενο τρένο
και στη δωρεάν εφημερίδα του μετρό διαβάζεις
πως «η απλοποίηση των απολύσεων θα δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας»,
σύμφωνα μ’ έναν πολιτικό που αστειεύεται.
Τώρα μόνο τριάντα δευτερόλεπτα, τώρα το μετρό πλησιάζει,
όπως σε πλησιάζει το παρελθόν για να σου ψιθυρίσει
πως τα δάκρυα δεν έχουν μνήμη.
Καθώς ανεβαίνεις, βλέπεις τρεις μουσικούς που μιλάνε μια διάλεκτο που δεν καταλαβαίνεις.
Φαντάζεσαι λοιπόν πως, όπως εσύ, είναι ψάρια
και πως, ως τέτοια, αφήνουν τα λέπια τους σκορπισμένα στον αέρα
ενώ παίζουν τα ακορντεόν τους
(που στην πραγματικότητα είναι μεγάλα θαλάσσια κοχύλια).
Σύντομα ανακαλύπτεις ότι ένα κομμάτι σου
δεν ανέβηκε ποτέ στο τρένο
και πως αυτό που έμεινε μαζί σου συνεχίζει να είναι φοβισμένο
ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου που φλέγεται και κρατάς κάτω από το μπράτσο σου.
Φτάνεις στη δουλειά
ανάβεις τον υπολογιστή και ανοίγεις την ομπρέλα
γιατί σε ακολουθεί ένα σύννεφο σαν προμήνυμα
πως θα περάσεις χρόνια πληρώνοντας την καρδιά σου σε δόσεις.
Κοιτάς μέσα απ’ το παράθυρο,
δυο γλάροι μοιράζονται ένα κομμάτι πίτσα που έπεσε από ένα παιδί
(το οποίο είσαι εσύ σε μια χώρα που πια δεν υπάρχει).
Δευτερόλεπτα μετά, οι γλάροι πετούν
προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Χαμογελάς,
γιατί ξέρεις καλά
πως κανένα πουλί δεν ζει κλεισμένο στη μοναξιά ενός άλλου πουλιού.
Έτσι είναι τα παράδοξα της Δευτέρας,
λες και είναι δύο που υπάρχουν μονάχα όταν απομακρύνονται.

Elisa Donzelli
-Πήλιο. Το καταφύγιο των Θεών
δεν σε βλέπω Νεφέλη, είσαι πίσω
από αυτή την κουρτίνα με τις λευκές σκιές
χωρισμένη η δική σου από τη δική μου
κατοικία για το χρονικό διάστημα
μιας άδειας θα δω άλλους και όχι εσένα
που τραγουδάς και το γαλάζιο
που έχουν οι άνθρωποι
εδώ στα μάτια, από ποιος ξέρει ποια
βάρβαρες ή σλαβικές προσμίξεις
συντηρεί τη μάχη των Κενταύρων
φεύγω Αύγουστο επιστρέφω
στην Ιταλία και μετέωρο το πράσινο
του βουνού θα καταλήξω
να σε αναγνωρίσω σύννεφο
για όλα όσα δεν σου είπα
-Το σχολείο του Ομήρου
προβάλλουν τα κυπαρίσσια, ξετυλίγονται οι ελιές, από τη θάλασσα ως τα βουνά
διαφορετικά από τα δικά μας, είναι διάσπαρτες σιλουέτες
μεταμόσχευση ιστών περισσότερο των νεκροζώντανων·
ανάμεσα σε όγκους ερειπίων πράσινοι άνθρωποι κατοικούν στο Σχολείο του Ομήρου,
και ξένοι εμείς χωριζόμαστε
με βήματα άγρια
μέσα στη βλάστηση.
είμαστε στο αρχιπέλαγος, Ιθάκη κι εγώ
καθώς σου διηγούμαι τι παιδί υπήρξα
«Ι-ό-νι-ο Καλαβρία. Καμίνια όπως Καμινία»
ο κόλπος όπου οι πατέρες επιστρέφουν, οι γιοι προσμένουν
ο Εύμαιος προστατεύει τους χοίρους
κι εμείς περνάμε την ώρα μας καθώς διαβάζεις τις ζεστές ώρες για τον Τηλέμαχο.
έτσι τον φαντάζεσαι, πιο ψηλό από τον πατέρα του, πιο πανούργο
από τη μάνα του, ζητάς μες στις πέτρες να κάνεις σαν εκείνη:
«Η Πηνελόπη κατεβαίνει τις σκάλες, η Πηνελόπη τις ανεβαίνει ξανά» –
όμως δεν είμαι εγώ η Πηνελόπη
εσύ δεν είσαι μες στον μύθο
και είκοσι πέντε χρόνια μετά το νησί,
με τις ταμπέλες των σπιτιών προς πώληση, τους Άγγλους που έφυγαν τρέχοντας
λόγω της πανδημίας, η Ανωγή στην Ανατολή
η Εξωγή στη Δύση, σφίγγει
τις δυο πλαγιές.
μόνο μετά την επίσκεψη θυμήθηκα τη νυφική παστάδα,
στην άδεια πόρτα μια φωτογραφία που τραβάς και προωθείς στην Ιταλία
δεν ανήκει σε κανέναν:
οι πατέρες δεν επιστρέφουν
οι γιοι δεν προσμένουν
ο Εύμαιος σφάζει τα ζωντανά.
μπήκες στο νησί, βόρειος εσύ
βάρβαρος του παρόντος, μέσα στα ονόματα μπήκες
Έρωτά μου εσύ, μοναδικέ μου χρόνε
-Η ζωή των οργάνων
πάντα σε σένα γυρνώ μετά το ταξίδι και στη διαδρομή
σκέφτομαι τι να είναι ένα τοπίο στη μνήμη,
αν ο τόπος μου έχει σώμα ή αν μόνο οι πόλεις
που έζησα είναι όργανα
το Τορίνο συκώτι
η Ρώμη πνεύμονας
κι αν τα κύτταρα που διαχωρίζονται έχουν καρδιά
μια κρυφή ζωή, αν ζουν
ακόμα κι αν το σύνολο πεθαίνει,
ο χώρος των μορφών που καταλαμβάνω στην πραγματικότητα
αυτό το βράδυ που με ξαναβλέπεις όπως άλλα
βυθισμένη και ημίγυμνη
«φάε ζεστό φαΐ, ντύσου» – λες,
σε αυτό χρησιμεύουν τα σπίτια

Christian Sinicco
-Η βιογραφία μας
σε αυτή την απόσταση είμαι σαν τον Οδυσσέα,
γυμνός και καρφωμένος στο κατάρτι, δίχως μυαλό για τη μουσική,
που δεν μπορεί να πάψει να κραυγάζει για τη γλυκύτητά σου
που διαπερνά το δέρμα, το ρεύμα που χτυπά πάνω στον τόμο του παρελθόντος
πάνω στα ερείπια των αρένων, σε μια παράλυση
στιγμών που δεν υπάρχουν πια, με τα δικά μας άκρα,
τα μισοειδωμένα αστέρια και τα σώματα
το περιεχόμενο αυτού του σαρκοφάγου είναι μια πόρτα ξεριζωμένη,
ο ήλιος βγαίνει από τον λευκό ουρανό των Ετρούσκων
και η βιογραφία μας γλιστρά επ’ άπειρον·
τα αβαθή νησιά κοιτάζουν το κοίλο πλοίο,
το τετράγωνο πανί, έρχονται όλο και πιο κοντά:
είναι μια γλώσσα, η ακοή είναι ανθεκτική
εδώ όρθιος, ανάμεσα σε δύο τέλη
που δεν έχουν τελειωμό
-Παράθεμα
όποιος παρέθεσε τη δική μας οδύσσεια – εμείς δεν το ξέραμε
πως στην πραγματικότητα το νησί θα μπορούσε να υπάρχει,
καθώς βυθιζόμασταν στο ρεύμα – δεν φαντάστηκε το
πανύψηλο ακρωτήρι, τη σπηλιά του ήρωα σχεδόν εντελώς γκρεμισμένη,
τον αρχαιολόγο με τον τρίποδα
και τον γαμήλιο βωμό. Το αγαπημένο Παλάτι, που στο περίπου είχε υπάρξει η αρχή
κάθε ονείρου, έτσι κατεστραμμένο, μπορούσες να το διακρίνεις από τη διπλή σκάλα
σκαλισμένη από τη δική μας θέληση για ύπαρξη,
από την παρουσία, ξανά ανάμεσα σε τούτες τις πέτρες, της ευτυχισμένης φωνής
εκεί όπου χτίστηκε το δωμάτιο, εκεί όπου σε λίγο,
και ξαφνικά, δεν θα είμαστε πια
-Κένταυροι
είμαστε εγώ κι εσύ που κατεβήκαμε στην παραλία:
το νερό απογυμνώνει
και κολυμπάμε στην τέταρτη ακτή των κενταύρων·
εκεί όπου κυλιόμαστε
ο ήχος των κωπηλατών στον ορίζοντα
είναι ο ίδιος με των δελφινιών
με τα μάτια μες στο φως.
Στις λέξεις
εμείς είμαστε ενός άλλου είδους

Επίλογος με το ποίημα του Χρήστου Διαμαντή “Αγάπη”
Αγάπη
αν (λέω)
ή / και όταν
ξεχνάς τι σημαίνει
η αγάπη
να σκέφτεσαι
τη μέρα που έπεσες
στο σεντούκι
και ποιο σεντούκι (δηλαδή)
για ένα επιπλάκι από το ικέα μιλάμε
φθηνό
και βρήκες
της μητέρας τα παιδικά τα ρούχα
και βέβαια, τέτοιο στίχο / όμορφο
μόνο ο Λόρκα γράφει
και να θυμάσαι
τα δάκρυά σου πάνω στο ύφασμα
σχεδόν ένας αιώνας
εσύ / δακρυσμένος
Καρδίτσα
σήμερα
κι ο Φεντερίκο (ίσως και αυτός)
Νέα Υόρκη
δεκαετία του είκοσι / τριάντα
κι η μάνα / παιδί
γόνατα ματωμένα και καπνά
Πτολεμαΐδα
δεκαετία του εβδομήντα

Το Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης διοργανώνεται από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού του Δήμου Λαρισαίων και την ΑΜΚΕ Θράκα. Με τη συγχρηματοδότηση από το πρόγραμμα ΘΕΣΣΑΛΙΑ (ΕΣΠΑ 2021-27) της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την υποστήριξη και υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Με την υποστήριξη της Αντιδημαρχίας Παιδείας του Δήμου Λαρισαίων, της Πρεσβείας της Ισπανίας στην Ελλάδα, του Εθνικού Συμβουλίου Τεχνών της Σιγκαπούρης και του Βραβείου της Εταιρείας Συγγραφέων του Ηνωμένου Βασιλείου (SoA), τον Δήμο Τρικκαίων και τον Δήμο Λίμνης Πλαστήρα. Σε συνεργασία με το Literature Across Frontiers, το Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας, την πινακοθήκη PArCo-By the River, το Zatopek book café και τον Κύκλο Ποιητών.
Φωτογραφίες: Νίκος Κατσαρός













































Σχόλια για αυτό το άρθρο