
Υπάρχουν ερμηνευτές που ανεβαίνουν στη σκηνή και υπάρχουν εκείνοι που με την παρουσία τους και μόνο μετατοπίζουν το κέντρο βάρους της! Ο Aργύρης Ξάφης ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη, σπάνια περίπτωση. H φυσιογνωμία του βαθιά δουλεμένη από στοχασμό, πειθαρχία και μια σχεδόν υπαρξιακή ανάγκη για αλήθεια, δεν επιβάλλεται με θόρυβο- εγκαθίσταται αθόρυβα και καταλυτικά, μέχρι που ο θεατής αντιλαμβάνεται πως η σκηνική συνθήκη έχει ήδη μεταμορφωθεί. Η υποκριτική του συγκρότηση αποκαλύπτει στόφα μεγάλου ρολίστα! Διαθέτει ευρέα εκφραστικά μέσα, σωματικά και φωνητικά, τα οποία χειρίζεται με ακρίβεια χειρουργική, χωρίς ίχνος μανιέρας. Κάθε κίνηση, κάθε παύση, κάθε ρήγμα στη φωνή του μοιάζει να γεννιέται για πρώτη φορά, σαν να συμβαίνει μπροστά μας ένα μικρό θαύμα δημιουργίας. Η πειθώ του δεν είναι τεχνικό επίτευγμα- είναι η συνέπεια μιας ηθικής στάσης απέναντι στο θέατρο. Ο Αργύρης Ξάφης δεν ερμηνεύει για να αρέσει- ερμηνεύει για να αποκαλύψει… Και αυτή η αποκάλυψη, συχνά επώδυνη, συχνά αμείλικτη, είναι που τιμά βαθιά το ελληνικό θέατρο! Δεν επιλέγει τους ρόλους που χαϊδεύουν, αναζητά εκείνους που ταράζουν. Στρέφεται με συνέπεια στα πιο απαιτητικά κείμενα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, σαν να επιθυμεί διαρκώς να δοκιμάζει τα όριά του, να επαναδιαπραγματεύεται το μέτρο της αντοχής και της ευθύνης του απέναντι στον άνθρωπο. Υπό αυτή την έννοια, κάθε νέα του εμφάνιση αποτελεί και ένα νέο καλλιτεχνικό διακύβευμα. Ο ηθοποιός λειτουργεί ως ερευνητής της ανθρώπινης ρωγμής: σκάβει κάτω από τις λέξεις, ανασύρει σιωπές, φωτίζει εκείνα που συνήθως μένουν αθέατα. Την τρέχουσα θεατρική περίοδο αναμετριέται με έναν από τους πιο σύνθετους αντιήρωες της δραματουργίας, τον Ιβάνοφ, του Αντόν Τσέχοφ, υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιάννη Χουβαρδά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. O ίδιος προσεγγίζει τον ήρωα όχι ζητώντας τη συμπάθεια του κοινού, αλλά τη βαθύτερη, δυσκολότερη κατανόηση. Ο Ιβάνοφ δεν εκπλιπαρεί- εκτίθεται. Και μέσα σε αυτή την έκθεση ο ηθοποιός επιτρέπει στον θεατή την ελευθερία της κρίσης: άλλοι θα συναντήσουν μια πληγή βαθιά ανθρώπινη, άλλοι ένα αίνιγμα προκλητικό, σχεδόν ακατανόητο. Αυτή ακριβώς η πολλαπλότητα των αναγνώσεων γίνεται το πεδίο όπου η ερμηνεία του αποκτά φιλοσοφικό βάθος. Το ίδιο το έργο του Τσέχοφ με την λεπτή του ειρωνεία και τη σπαρακτική του τρυφερότητα, στέκεται σαν ένας καθρέφτης που δεν κολακεύει. Μιλά για την αδυναμία της πράξης, για τη φθορά των ιδανικών, για την αμήχανη παραίτηση ενός ανθρώπου που βλέπει τον εαυτό του να αποσύρεται από τη ζωή… Σε αυτή τη ζώνη της υπαρξιακής κόπωσης, ο Αργύρης Ξαφής δεν αναζητά ελαφρυντικά- αναζητά την ακρίβεια του τραύματος. Η ερμηνεία του αποφεύγει το μελοδραματισμό και επιλέγει την επικίνδυνη περιοχή της απλότητας, εκεί όπου η παραμικρή δόνηση μπορεί να αποκαλύψει άβυσσο… Η σκηνοθετική γραμμή του Γιάννη Χουβαρδά συνομιλεί οργανικά με αυτή την επιλογή. Με τη γνωστή του προσήλωση στη δραματουργική καθαρότητα και στην πνευματική αρχιτεκτονική της παράστασης, δημιουργεί ένα περιβάλλον αυστηρό αλλά ταυτόχρονα ανοιχτό σε ερμηνευτικές αναπνοές. Είναι μια σκηνοθεσία που απαιτεί από τον ηθοποιό να είναι παρών ολοκληρωτικά- όχι να επιδεικνύει, αλλά να υπάρχει. Και μέσα σε αυτό το πεδίο, ο Ξάφης ανθίζει, βρίσκοντας χώρο να ρισκάρει, να γυμνωθεί, να φτάσει στα άκρα της ευαλωτότητας του. Η σχέση τους βασίζεται σε μια δημιουργική ένταση. Αναγνωρίζει στον Χουβαρδά την απαιτητικότητα αλλά και την απελευθερωτική δύναμη που επιτρέπει στον ηθοποιό να ρισκάρει, να εκτεθεί, να φτάσει σε περιοχές που μόνος ίσως δεν θα τολμούσε. Εκεί στο μεταίχμιο ελέγχου και ελευθερίας, ο Αργύρης Ξάφης βρίσκει το προνομιακό του έδαφος. Η καλλιτεχνική του πορεία καθοδηγείται από μια καθαρή πυξίδα: να μην ζει με ψέματα. Να μην υπηρετεί την εικόνα, αλλά την ουσία. Για αυτό και η παρουσία του σε άλλα μέσα, όπως η τηλεόραση, τίθεται υπό έναν αυστηρό όρο εσωτερικής αναγκαιότητας- θα υπάρξει μόνο όταν υπάρχει πραγματικός λόγος ύπαρξης. Η στάση αυτή δεν είναι άρνηση- είναι επιλογή ευθύνης, μια μορφή αντίστασης στην ευκολία… Και αν η σκηνή είναι ο τόπος της δοκιμασίας, η δύναμή του πηγάζει από το ανθρώπινο περιβάλλον που τον στηρίζει: τους δικούς του ανθρώπους, τη δουλειά του και την αγαπημένη του σύζυγο και συνάδελφό του Δέσποινα Κούρτη. Από εκεί αντλεί το κουράγιο για να βυθίζεται ξανά και ξανά σε ρόλους που απαιτούν ψυχικό κόστος, για να επιστρέφει κάθε φορά λίγο πιο σοφός και λίγο πιο εκτεθειμένος… Ακόμη και όταν η ανάγκη για ανάπαυλα φαινόταν επιτακτική, η τέχνη τον κάλεσε εκ νέου. Το καλοκαίρι θα βρεθεί στις ”Τρωάδες”, σε μια συνάντηση με την Ομάδα Εν Δυνάμει, σε σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου και σε συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο – μια προοπτική που τον γεμίζει ενθουσιασμό, σαν υπενθύμιση ότι το θέατρο, ακόμη και μέσα στην κούραση, παραμένει μια πράξη βαθιάς συλλογικής ελπίδας. Έτσι πορεύεται: με γενναιότητα, ευαισθησία και μια ακλόνητη πίστη ότι η υποκριτική δεν είναι επάγγελμα προβολής, αλλά πράξη αλήθειας… Και αυτή η πίστη καθιστά κάθε του εμφάνιση όχι απλώς παράσταση, αλλά γεγονός- μία ζωντανή, παλλόμενη απόδειξη ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να μας μετακινεί, να μας εκθέτει και τελικά να μας μεταμορφώνει.

– Είσαι επαναστάτης με (ή χωρίς) αιτία;
Δεν νιώθω επαναστάτης με σημαία. Περισσότερο με δυσφορία. Αν κάτι με κάνει «αντιδραστικό», είναι η ανάγκη να μην βολεύομαι σε μια εικόνα που δεν με αφορά πια. Δεν με ενδιαφέρει να γκρεμίσω κάτι απ’ έξω· με ενδιαφέρει να μη ζω ψέματα από μέσα. Αν αυτό μοιάζει με επανάσταση, τότε είναι μια ήσυχη, εσωτερική επανάσταση. Που μπορεί να εκφραστεί μέσα από την τέχνη μου, μέσα από την ύπαρξή μου στην κοινωνική ζωή -ψηφιακή ή πραγματική κυνηγώντας και προτείνοντας την ομορφιά, την τρυφερότητα, την ενσυναίσθηση (ναι -κι ας έχει παραφορεθεί επί ματαίω) σαν τρόπο συνύπαρξης.
– Έχεις κοινά στοιχεία με τον Ιβάνοφ;
Δυστυχώς – και ευτυχώς – ναι. Αναγνωρίζω την εξάντληση που έρχεται όταν έχεις επενδύσει πολύ σε κάτι. Τη στιγμή που αναρωτιέσαι αν το πάθος σου ήταν δύναμη ή παγίδα. Και κυρίως αναγνωρίζω τη ντροπή όταν δεν είσαι πια «ο καλός μαθητής» του εαυτού σου. Και τέλος, η ανανεωμένη σχέση μου με την απώλεια, με δένει μαζί του ακόμα περισσότερο. Δεν είμαι εκείνος, αλλά καταλαβαίνω το βλέμμα του όταν κοιτάει τα ερείπια και σκέφτεται: «Πότε συνέβη αυτό;».
– Γιατί οι άνθρωποι σήμερα διακατεχόμαστε από άγχη, αγωνίες, αδιαφορία, αδράνεια;
Γιατί μας ζητείται να είμαστε διαρκώς σε επιτυχία. Να ποστάρουμε με status: blessed, blissful κτλ. Να παράγουμε, να δείχνουμε, να αποδεικνύουμε. Κι αυτό εξαντλεί. Ταυτόχρονα βομβαρδιζόμαστε από πληροφορία, εικόνες, απαιτήσεις. Όταν όλα είναι επείγοντα, τίποτα δεν γίνεται ουσιαστικό. Η αδράνεια καμιά φορά είναι άμυνα. Μια μορφή παγώματος μπροστά σε μια πραγματικότητα που τρέχει πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούμε να αφομοιώσουμε. Ο Ιβάνοφ παγώνει. Και τον κατηγορούν γι’ αυτό. Εμείς ίσως κάνουμε το ίδιο, αλλά το κρύβουμε καλύτερα…
– Συμφωνείς ότι ο Τσέχοφ άσκησε μεγάλη επίδραση στο θέατρο του 20ού αιώνα;
Απολύτως! Άλλαξε το κέντρο βάρους. Από την πλοκή πήγαμε στην κατάσταση. Από το «τι έγινε» στο «τι νιώθω που δεν μπορώ να το πω». Έδωσε χώρο στη σιωπή, στην αμηχανία, στο ανείπωτο. Και αυτό άνοιξε το δρόμο για όλο το σύγχρονο θέατρο. Δεν χρειάζεται πια να εκραγεί κάτι για να είναι δραματικό… Αρκεί να ραγίσει…
– Στα έργα του αποτυπώνει τη διαρκή φθορά της καθημερινής ζωής…
Ναι. Και αυτό είναι το πιο σκληρό του στοιχείο. Δεν βλέπεις μια καταστροφή με πυροτεχνήματα. Βλέπεις κάτι να φθείρεται αργά. Σχέσεις, ιδέες, σώματα. Η φθορά δεν κάνει θόρυβο. Κι όμως αλλάζει τα πάντα. Ο Τσέχοφ παρατηρεί αυτή τη μικρή, σχεδόν αόρατη διάβρωση. Και τη φωτίζει!

– Γιατί όταν ανέβηκε στη Μόσχα ο «Ιβάνοφ» δέχτηκε αντικρουόμενες κριτικές; Το ίδιο το έργο τις προκαλεί;
Το έργο είναι άβολο. Δεν σου δίνει έναν καθαρό «καλό» ή «κακό». Μάλλον ακριβώς το ανάποδο -αντιστρέφει πρόσληψη και θέση απέναντι σε δεδομένους ήρωες, ώστε ο «καλός» να μοιάζει τελικά μάλλον «κακός» και οι «κακοί» αθώοι.» Αυτή η σχετικότητα ή η ανατροπή σου δίνει, ως θεατή, χώρο να ξανασκεφτείς. Δεν σε καθοδηγεί συναισθηματικά. Ο θεατής μένει εκτεθειμένος. Πρέπει να αποφασίσει μόνος του τι βλέπει. Κάποιοι το ένιωσαν ως βαθιά ανθρώπινο, άλλοι ως ακατανόητο ή προκλητικό. Ο Ιβάνοφ δεν ζητά συμπάθεια. Ζητά κατανόηση. Κι αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο…
– Εσένα τι σου δίνει δύναμη να ανταπεξέρχεσαι στις δυσκολίες;
Οι άνθρωποί μου! Η δουλειά! Και μια αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι σταθερό – ούτε το σκοτάδι. Έχω μάθει ότι οι περίοδοι που μοιάζουν αδιέξοδες, συχνά κρύβουν μια μεταμόρφωση που δεν έχει φανεί ακόμη. Δεν το λέω ρομαντικά· το λέω βιωματικά.
– Η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου είναι σαν άβυσσος… Τι εφόδια χρειάζονται για να την δούμε χωρίς να χαθούμε;
Ειλικρίνεια και τρυφερότητα. Και τα δύο μαζί. Αν κοιτάξεις μέσα σου μόνο με σκληρότητα, θα τρομάξεις. Αν κοιτάξεις μόνο με αυταπάτη, θα παραμείνεις στην επιφάνεια. Χρειάζεται αντοχή να παραδεχτείς τα σκοτεινά σου σημεία, αλλά και συμπόνια για να μην τα μετατρέψεις σε αυτοτιμωρία. Το θέατρο, για μένα, είναι ένας ασφαλής τρόπος να κατεβαίνεις λίγο πιο βαθιά κάθε φορά!
– Πώς είναι ο Γιάννης Χουβαρδάς ως σκηνοθέτης;
Απαιτητικός και ταυτόχρονα απελευθερωτικός. Δεν σε αφήνει να κρυφτείς πίσω από τεχνάσματα. Σε καλεί να εκτεθείς πραγματικά. Έχει μια καθαρή ματιά και μια πίστη στη λεπτομέρεια. Και αυτό δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορείς να ρισκάρεις.
– Δεν υπάρχουν στιγμές που σου λείπει ένας πιο εύκολος ρόλος;
Υπάρχουν στιγμές που κουράζομαι, ναι. Αλλά ο «εύκολος» ρόλος δεν ξέρω αν με αφορά. Με ενδιαφέρουν οι ρόλοι που με ταράζουν λίγο. Που με αναγκάζουν να ξανασκεφτώ τον εαυτό μου. Αλλιώς, γιατί να το κάνω;

– Στην τηλεόραση γιατί δεν σε βλέπουμε;
Δεν είναι συνειδητή αποχή. Είναι θέμα συγκυριών και επιλογών. Επειδή έχω μάθει να είμαι αυτόνομος και να ζω από το θέατρο, έχω οργανώσει το πρόγραμμά μου σε βάθος χρόνου. Αυτό δεν μου επιτρέπει πολλές φορές να συμμετέχω σε κάτι που ανθίζει τελευταία στιγμή. Η τηλεόραση είναι ένα μέσο με άλλους ρυθμούς και άλλες απαιτήσεις. Αν προκύψει κάτι που με αφορά ουσιαστικά, δεν έχω καμία αντίρρηση. Αλλά δεν θα το κάνω απλώς για να «φαίνομαι»…
– Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου για την καλοκαιρινή σεζόν;
Αυτή τη στιγμή είμαι ακόμη βυθισμένος στον Ιβάνοφ. Το καλοκαίρι ήθελα να μην δουλέψω, να αδειάσω λίγο. Να πάρω απόσταση για να ξαναγεμίσω. Αλλά όταν μου έγινε πρόταση από την Ελένη Ευθυμίου για τις Τρωάδες με την ομάδα Εν Δυνάμει, ήταν τόσο βαθιά η χαρά και η συγκίνησή μου, που ένιωσα μια πιο βαθιά γαλήνη από αυτήν που έψαχνα. Άρα θα είμαι εκεί. Με το Εθνικό Θέατρο και πραγματικά αγαπημένους συμπαίκτες στην σκηνή. Με ενδιαφέρει πάντα το θέατρο που έχει ρίσκο!.. Που δεν σου δίνει έτοιμες απαντήσεις… Αν είναι να συνεχίσω, θέλω να συνεχίσω έτσι — λίγο εκτεθειμένος, λίγο ζωντανός…

Φωτογραφίες: Karol Jarek.











































Σχόλια για αυτό το άρθρο