
Με σπάνια αφοσίωση και βαθιά εσωτερική ανάγκη, ο Δημήτρης Καρατζιάς υπηρετεί το θέατρο όχι ως επάγγελμα, αλλά ως τρόπο ύπαρξης! Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ”κάνουν” θέατρο- το αναπνέουν, το κουβαλούν καθημερινά ως ηθική στάση και πνευματική ευθύνη! Άοκνος εργάτης της σκηνής, παθιασμένος με την ουσία και όχι με το πρόσκαιρο, έκλεισε έναν δημιουργικό κύκλο με το Vault, το πρώτο του μικρό αλλά καθοριστικό θεατρικό καταφύγιο για να θεμελιώσει στη συνέχεια ένα νέο πολιτιστικό πυρήνα, το Εν Αθήναις στην καρδιά της Αθήνας και, συμβολικά, στην καρδιά του σύγχρονου θεατρικού προβληματισμού. Ο Δημήτρης Καρατζιάς ανήκει αδιαμφισβήτητα στους γνήσιους εκπροσώπους του καλού θεάτρου- εκείνου που δεν χαϊδεύει, αλλά αφυπνίζει που δεν καταναλώνεται, αλλά βιώνεται… Οι παραστάσεις του επιδιώκουν- και επιτυγχάνουν- τη μέθεξη: τη βαθιά, σχεδόν τελετουργική συνάντηση σκηνής και θεατή, όπου το έργο γίνεται εμπειρία και ο θεατής συμμέτοχος. Τη φετινή σεζόν, με τόλμη και καλλιτεχνική διορατικότητα, μετέφερε και διασκεύασε για το θέατρο μαζί με τον Μάνο Αντωνιάδη, το εμβληματικό έργο ”Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν;”, βασισμένο στη νουβέλα του Horace McCoy, αναμετρώμενος με ένα πολυπρόσωπο και απαιτητικό εγχείρημα που προϋποθέτει όχι μόνο αισθητική ωριμότητα, αλλά και προσωπικό ρίσκο. Και αυτό το ρίσκο το ανέλαβε χωρίς δισταγμό. Γιατί όταν η αγάπη για το θέατρο είναι αυθεντική, τα οικονομικά μεγέθη υποχωρούν μπροστά στην καλλιτεχνική αναγκαιότητα… Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση με ισχυρό αποτύπωμα, που σημειώνει ουσιαστική καλλιτεχνική επιτυχία και συνομιλεί με σχεδόν ολόκληρο το αξιακό μας σύστημα: τον άνθρωπο απέναντι στη φθορά, την εκμετάλλευση, την απελπισία αλλά και την αξιοπρέπεια. Ο Δημήτρης Καρατζιάς αποδεικνύει, για ακόμη μια φορά, ότι το θέατρο μπορεί να είναι πράξη ευθύνης βαθύς στοχασμός και ταυτόχρονα ζωντανή, συγκλονιστική τέχνη. Πέρα όμως από τον οραματικό θεατρικό οργανωτή, ο Δημήτρης Καρατζιάς ξεχωρίζει και ως ηθοποιός σπάνιας εσωτερικότητας, με ερμηνευτικό λόγο λιτό, πυκνό και βαθιά μελετημένο. Στη σκηνή δεν επιζητά τον εντυπωσιασμό, αλλά την αλήθεια- η παρουσία του διακρίνεται από πειθαρχία, υποκριτική ακρίβεια και μια υπόγεια συναισθηματική ένταση που αποκαλύπτεται σταδιακά, με τρόπο σχεδόν υπαρξιακό. Ως σκηνοθέτης, διαθέτει καθαρή ματιά, δραματουργική ευσυνειδησία και βαθύ σεβασμό στο κείμενο, το οποίο προσεγγίζει όχι ως αμετακίνητο μνημείο, αλλά ως ζωντανό οργανισμό που συνομιλεί με το παρόν και τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και η δραματουργική του ευφυΐα: η ικανότητά του να διαβάζει κάτω από τις λέξεις, να αναδεικνύει τις υπόγειες συγκρούσεις και να οργανώνει τη σκηνική αφήγηση με δομική καθαρότητα και ιδεολογικό βάθος. Οι διασκευές του δεν αλλοιώνουν, αλλά φωτίζουν- δεν απλουστεύουν αλλά συμπυκνώνουν το νόημα, αποδεικνύοντας γνώση της θεατρικής παράδοσης και ταυτόχρονα τόλμη ανανέωσης. Μέσα από το σύνολο του έργου του, ο Δημήτρης Καρατζιάς προσφέρει στο ελληνικό θέατρο κάτι πολύτιμο και ολοένα σπανιότερο: συνέπεια, ποιότητα και πίστη ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως χώρος σκέψης, μνήμης και συλλογικής αυτογνωσίας. Σε ένα ευρύτερο θεατρολογικό πλαίσιο, η καλλιτεχνική πορεία του Δημήτρη Καρατζιά μπορεί να ιδωθεί ως ένα συνεκτικό παράδειγμα θεάτρου με σαφή ιδεολογικό και ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό. Η σκηνική του γραφή, είτε ως σκηνοθέτης είτε ως δραματουργός, διακρίνεται από αυστηρή δομή, ρυθμική οικονομία και ουσιαστική σχέση μορφής και περιεχομένου, στοιχεία που παραπέμπουν σε μια βαθιά κατανόηση της δραματικής θεωρίας και της λειτουργίας του θεάτρου ως κοινωνικού φαινομένου. Το έργο του δεν εξαντλείται στην αισθητική πρόταση, αλλά εγγράφεται σε ένα διάλογο με την ιστορία, την πολιτική και την ηθική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Παράλληλα, η συμβολή του στη θεατρική παιδεία και στη διαμόρφωση ενός απαιτητικού κοινού είναι καθοριστική. Με συνέπεια και επιμονή, υπηρετεί ένα ρεπερτόριο που θέτει ερωτήματα, καλλιεργεί την κριτική σκέψη και επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια της ευθύνης του καλλιτέχνη απέναντι στην κοινωνία… Το ”καλό θέατρο”, όπως το πρεσβεύει και το υλοποιεί ο Δημήτρης Καρατζιάς, δεν είναι ελιτίστικο, ούτε αυτάρεσκο- είναι ένα θέατρο ανοιχτό, βαθιά δημοκρατικό, που προϋποθέτει γνώση, ήθος και διαρκή εγρήγορση. Υπό αυτή την έννοια, η παρουσία και το έργο του συνιστούν ουσιαστική παρακαταθήκη για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο και μια σταθερή υπενθύμιση του τι μπορεί να σημαίνει σήμερα θεατρική ποιότητα με διάρκεια και ουσία.

-Ανέλαβες το θέατρο “Εν Αθήναις” για να βρίσκεσαι στην καρδιά της Αθήνας αλλά και εκεί που χτυπά ο παλμός του θεάτρου;
Αναλάβαμε το θέατρο Εν Αθήναις, μαζί με το Μάνο Αντωνιάδη, μετά από 13 χρόνια στον Πολυχώρο VAULT, όχι για να πάμε κάπου πιο κεντρικά, αλλά γιατί ότι ήταν να μας δώσει το κτίριο της Μελενίκου, μας το είχε δώσει. Όλες εκείνες οι παραστάσεις και ο προγραμματισμός τους μας είχαν εξαντλήσει. Είχε κλείσει ο κύκλος του, κι έπρεπε να πάμε σε έναν άλλο χώρο. Μεγαλύτερο και πιο μαζεμένο. Και τότε βρέθηκε στο δρόμο μας το Εν Αθήναις. Ένα όμορφο θέατρο στην πλατεία στο Γκάζι. Οκτώ μόλις λεπτά απόσταση από το VAULT. Αυτή τη στιγμή στην Αθήνα παρουσιάζονται γύρω στις 450 παραστάσεις σε 180 (και βάλε) σκηνές. Το Γκάζι, το Μεταξουργείο και γενικά όλο το κέντρο της Αθήνας είναι μια τεράστια καρδιά που χτυπάει ο παλμός του θεάτρου! Ενδιαφέρον θα είχε να κάναμε θέατρο σε μια άλλη περιοχή της Αθήνας, μακριά από το κέντρο της. Ίσως κάποια στιγμή να γίνει!
– Γιατί μετέφερες στο θέατρο την πολυβραβευμένη ταινία ”Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν”; Τι σε εντυπωσίασε σε αυτό το έργο;
Η ταινία είναι υπέροχη, αλλά η νουβέλα του McCoy, στην οποία στηρίχθηκε και η ταινία (αλλά και εμείς για να φτιάξουμε το θεατρικό μας) ακόμη καλύτερη. Το θέμα της! Οι συμβολισμοί της! Η σύνδεση της με το σήμερα! Η ανθρώπινη εκμετάλλευση από τους επιτήδειους κάθε εποχής, η αγωνιώδης προσπάθεια των ανθρώπων να επιβιώσουν ακόμη και κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες (το βιώσαμε όλοι μας με την δεκαετή οικονομική κρίση που περάσαμε και με τον covit), όλα αυτά τα άλογα “κούρσας”, που όταν πια δεν μπορούν να παράξουν, όταν αρρωστήσουν, όταν μεγαλώσουν, όταν γεράσουν, όταν τραυματιστούν, όταν σταματήσουν αυτοί οι άνθρωποι να είναι παραγωγικοί, “χρήσιμοι” στο σύστημα, στον άγριο κόσμο μας, πρέπει με κάθε τρόπο να φύγουν από την πίστα, να αποσυρθούν, να τα “σκοτώσουμε”! Κι όλα αυτά μέσα από το συγκλονιστικό θέμα και θέαμα των μαραθώνιων χορού!
– Πώς καταφέρατε να το διασκευάσετε θεατρικά με τον Μάνο Αντωνιάδη. Δεν ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα;
Πολύ. Αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά που ασχοληθήκαμε με λογοτεχνία. Είχαν προηγηθεί τα διηγήματα της Claire Castillon στο ‘’H Μαμά μου ποτέ δεν πεθαίνει’’, η ’’ Ψιλικατζού’’ της Δελημήτρου και οι’’ Γυναικείες Ιστορίες’’ του Μασσαβέτα. Παρόλα αυτά ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία που κράτησε πάνω από 4 μήνες (μαζί με τη μετάφραση). Χρειάστηκε πολλή μελέτη, και πολλή δουλειά και έρευνα για να μείνουμε πιστοί στο πνεύμα του McCoy και να επιλέξουμε τους ήρωες από τη νουβέλα που είχαν περισσότερο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μας πάντα. Ενώ η ταινία επικεντρώνεται στο ζευγάρι Ρόμπερτ – Γκλόρια (Μάικλ Σαραζίν – Τζέιν Φόντα) στην νουβέλα και στην ταινία πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο μαραθώνιος χορού και οι διοργανωτές του. Ακολουθούν οι συμμετέχοντες και οι ιστορίες τους.
– Πώς τόλμησες να ανεβάσεις ένα τόσο πολυπρόσωπο έργο σε θέατρο μικρής χωρητικότητας; Δεν φοβήθηκες το οικονομικό ρίσκο;
Φυσικά, αν και δεν ήταν η πρώτη τρέλα που έχουμε κάνει. Ελπίζω να μην είναι η τελευταία!
– Σύστησε στο κοινό το συγγραφέα Horace McCoy.
Λογοτέχνης, δημοσιογράφος, σεναριογράφος, έγραψε δράματα, γουέστερν, φιλμ νουάρ και άλλα για ταινίες στο Hollywood. Προσπάθησε απεγνωσμένα να γίνει μέρος του συστήματος. Απαραίτητος στα studios. Δεν τα κατάφερε. Πέθανε νέος. Οι ιστορίες του αφορούσαν την Αμερική της γενιάς του. Μια Αμερική που τον αγνόησε. Στην Ευρώπη αντίθετα αγάπησαν τα έργα του. Κυρίως το They Shoot Horses, Don’t They?

– Τα όνειρα έχουν θέση στη ζωή μας; Γίνονται πραγματικότητα στο τέλος;
Αν σταματήσουμε να ονειρευόμαστε θα χάσουμε κάθε ελπίδα. Έχει γίνει τόσο δύσκολη η ζωή μας τα τελευταία χρόνια που επιβάλλεται να βρίσκουμε διεξόδους από την πραγματικότητα. Πρέπει να σχεδιάζουμε, να ονειρευόμαστε, να οραματιζόμαστε, να προσδοκούμε. Αν πάψουμε να ελπίζουμε και να προσπαθούμε για ένα καλύτερο μέλλον, για έναν καλύτερο κόσμο (όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται), για ένα καλύτερο αύριο, δικό μας, της οικογένειας μας, των φίλων μας, των συμπολιτών μας, τότε δε θα μας μείνει τίποτα για να συνεχίσουμε. Ούτε κουράγιο, ούτε δύναμη. Ακόμη κι αν δεν πραγματοποιηθούν ποτέ!
– Ποια μηνύματα θέλει να περάσει το έργο στο κοινό;
Ότι ο ανθρώπινος πόνος δεν είναι προϊόν για κατανάλωση. Ότι η αξιοπρέπεια η δική μας και των συνανθρώπων μας δεν είναι εμπορικό αντικείμενο. Ότι κι εσύ γίνεσαι ίδιος με τους εκμεταλλευτές, όταν παρακολουθείς και δεν αντιδράς. Απέναντι σε κάθε αδικία , κοινωνική και μη, που μπορεί να γίνει μπροστά σου. Ότι τα άλογα που σήμερα “σκοτώνουν”, αύριο μπορεί να είναι οι δικοί σου άνθρωποι, οι φίλοι σου, η οικογένεια σου, εσύ! Ότι δεν σταματάς να ελπίζεις και να ονειρεύεσαι ακόμη κι όταν τα πάντα φαίνονται ζοφερά και μίζερα γύρω σου. Το έργο αυτό μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα μια κοινωνία που προτιμά να “σκοτώνει τα άλογα όταν γεράσουν”, αντί να αλλάξει τον τρόπο που ζει. Στο χέρι μας είναι να αλλάξουμε αυτή τη νοοτροπία!
– Στην εποχή που ζούμε μπορούμε να ονειρευόμαστε για ένα καλύτερο αύριο;
Εννοείται! Το οφείλουμε όχι μόνο στον εαυτό μας, αλλά και στις γενιές που έρχονται!
– Υπάρχει κάποια παράσταση που σε στεναχώρησε;
Με στεναχωρούν μόνο οι παραστάσεις που ακόμη δεν έγιναν. Τα projects που είναι στα χαρτιά, στον υπολογιστή, στις κουβέντες. Τα κείμενα που δεν έχουν βρει ακόμη το δρόμο τους για τη σκηνή. Που γυρνάνε χρόνια στο μυαλό μου. Τόσα σχέδια… μη και δεν γίνουν. Μη δεν προλάβω…
– Την υποκριτική την έβγαλες από το μυαλό σου τελείως;
Καθόλου. Μόνο που έρχεται πια σε δεύτερη μοίρα. Μπορεί να μην παίζω κάθε σεζόν, αλλά συχνά επιστρέφω και ως ηθοποιός. Μη ξεχνάς πριν δυο χρόνια έπαιζα στην Τουρκομερίτισσα, βασισμένη στη ζωή της Μαρίκας Νίνου, μαζί με την Λένα Ουζουνίδου, για δύο σεζόν στην Αθήνα και σε περιοδεία σε 28 πόλεις στην Ελλάδα. Απλώς, όλα μαζί δεν γίνονται.
Συζητάμε με τον Κοραή Δαμάτη, μήπως επαναφέρουμε από Οκτώβρη τον “Άνθρωπο Ελέφαντα” που διέκοψε η πανδημία το ‘21, όπου έκανα τον ομώνυμο ρόλο, τον Τζον Μέρικ, σε σκηνοθεσία του Κοραή.
Κι ετοιμάζουμε κι ένα μονόλογο, για τη νέα σεζόν, όπου θα παίζω, του Κύπριου συγγραφέα Μιχάλη Παπαδόπουλου. Είναι ένα συγκλονιστικό κείμενο, ένας εξαιρετικά απαιτητικός ρόλος. Ίδωμεν!
– Γιατί δεν σε βλέπουμε στην τηλεόραση;
Γιατί η τηλεόραση θέλει χρόνο και αφοσίωση. Και μέχρι πριν δύο χρόνια που είχαμε το VAULT, ήταν αδύνατο. Τώρα όμως, που μπορούν να δρομολογηθούν όλα στο θέατρο νωρίς, θα μπορούσα, αν βρεθεί κάτι ενδιαφέρον να επιστρέψω.

– Νιώθεις δικαιωμένος με το δρόμο που ακολούθησες τόσα χρόνια και έμεινες πιστός στο καλό θέατρο;
Σε ευχαριστώ πολύ καταρχάς που θεωρείς το θέατρο που κάνουμε καλό! Αν μη τι άλλο εδώ και δεκαπέντε χρόνια για αυτό προσπαθούμε! Ανεβάσαμε όλα αυτά τα χρόνια πολύ αγαπημένα έργα, ξένα και ελληνικά, κάναμε αναθέσεις, πολλές παραγωγές, μικρές και μεγάλες και ακόμη περισσότερες συμπαραγωγές. Επιλογές που σε έναν μεγάλο βαθμό μας δικαίωσαν. Πάντα ,όμως, ελπίζουμε ότι τα καλύτερα δεν ήρθαν ακόμη!
– Υπάρχει μια έκφραση που να αντιπροσωπεύει την ιδέα σου για τη ζωή;
‘’Χίλιες φορές να αποτύχεις, παρά να μην προσπαθήσεις μία! ‘’
– Με ποιους τρόπους διεκδικείς αυτό που βάζεις στόχο στην επαγγελματική και την προσωπική σου ζωή;
Με πολλή δουλειά! Με αγάπη, πείσμα, επιμονή, υπομονή και αφοσίωση. Και στον επαγγελματικό τομέα και στα προσωπικά!
-Τι καινούργιο ετοιμάζεις;
Ένα μεγάλο Φεστιβάλ τον Ιούνιο στο Εν Αθήναις αφιερωμένο στον σπουδαίο θεατρικό μας συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη, όπου θα παρουσιάσουμε 12 από τα έργα του. Με ένα εξαιρετικό team νέων σκηνοθετών, ήδη από το Νοέμβρη δουλεύουμε πάνω στα υπέροχα αυτά κείμενα.
Επίσης, θα επαναφέρουμε τη νέα σεζόν το Φεστιβάλ “Ο Γιος μου…” με τρεις νέες “μανάδες”. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ, που φέρνει επί σκηνής μάνες σπουδαίων ανδρών. Στα 8 χρόνια που διαρκεί (2017-2025), έχουν παρουσιαστεί οι μάνες του Νικολάου Μάντζαρου, Ανδρέα Συγγρού, Διονύσιου Σολωμού, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Γιάννη Μακρυγιάννη, Κώστα Ταχτσή, Κωνσταντίνου Καβάφη, Γεωργίου Καραϊσκάκη και Αλέξανδρου Παναγούλη. Ξεκίνησε το 2017, με πέντε παραστάσεις που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία (Ο Γιος μου Νικόλαος Μάντζαρος, Νικολέτα Νομικού – Συγγρού: Ο Ανδρέας Μου, Αγγέλικα Νίκλη Σολωμού, η Διάφανη, Ολυμπιάδα ή Ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος;, Βασιλική Τριανταφύλλου: Αχ! Γιάννη μ’ – Ο Γιος μου Γιάννης Μακρυγιάννης). Συνεχίστηκε τη σεζόν 2021 – 2022 με τρεις νέες παραστάσεις (Η Μάνα αυτουνού… Έλλη Ζάχου Ταχτσή, Χαρίκλεια Καβάφη, Καραϊσκάκενα, ο Θρύλος) που πραγματοποιήθηκαν με την οικονομική υποστήριξη και την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Τη σεζόν 2022-23 προστέθηκε μία ακόμη (Αθηνάς Παναγούλη, Επιτάφιος).
Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν: Επίσημη πρεμιέρα @Εν Αθήναις











































Σχόλια για αυτό το άρθρο