Ο Βασίλης Τριανταφύλλου είναι ένας άξιος, χαρισματικός καλλιτέχνης της νέας γενιάς και ο άνθρωπος που κατάφερε να μετατρέψει το Θέατρο Noūs σε μια ζωντανή, ανήσυχη κυψέλη πολιτισμού στην καρδιά της Κυψέλης. Κλείνοντας φέτος πέντε χρόνια δημιουργικής και βαθιά κοινωνικής προσφοράς, μας τίμησε με αποκλειστική συνέντευξη με αφορμή τη διπλή του θεατρική παρουσία στην «Ανάστασις» του Τολστόι και στο απαιτητικό «Lacrimosa» του Θανάση Τριαρίδη. Ωστόσο, η φετινή χρονιά επιφύλασσε για εκείνον τον πιο σπουδαίο, συγκλονιστικό και πρωτόγνωρο ρόλο της ζωής του. Έγινε πατέρας, και με την ειλικρίνεια και τη συγκίνηση που τον διακρίνουν, εξομολογείται πώς ένας τόσο μικρός άνθρωπος ήρθε για να αλλάξει ολόκληρο τον κόσμο και τις προτεραιότητές του, αποδεικνύοντας ότι οι πιο όμορφες ανατροπές συμβαίνουν τελικά εκτός σκηνής.
-«Ανάστασις» του Λ. Τολστόι σε σκηνοθεσία δική σου, δεύτερος χρόνος, Θέατρο Noūs. Πες μας δύο λόγια για την παράσταση αυτή.
Η «Ανάσταση» του Τολστόι είναι για μένα ένα έργο βαθιά πολιτικό και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο. Ένα έργο που, παρότι γράφτηκε περισσότερο από έναν αιώνα πριν, μοιάζει να συνομιλεί με τρομακτική ακρίβεια με την εποχή μας. Στον πυρήνα του βρίσκεται το ερώτημα της προσωπικής ευθύνης. Πόσο πρόθυμοι είμαστε να αναγνωρίσουμε τη δική μας συμμετοχή στην αδικία; Και πόσο μακριά μπορούμε να φτάσουμε όταν αποφασίσουμε να μην κλείνουμε άλλο τα μάτια; Η δική μας «Ανάσταση» επιχειρεί να φέρει αυτά τα ερωτήματα στο σήμερα, σε μια κοινωνία όπου η δικαιοσύνη δεν απονέμεται πάντα με τους ίδιους όρους για όλους και όπου η εξουσία συχνά καθορίζει ποιος θα τιμωρηθεί και ποιος θα μείνει στο απυρόβλητο. Το γεγονός ότι η παράσταση συνεχίζει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο NOŪS είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μένα. Όχι μόνο επειδή συναντά το κοινό της, αλλά κυρίως επειδή διαπιστώνω πως η ανάγκη να μιλήσουμε για όλα αυτά παραμένει ζωντανή.
-Ένα θέμα τόσο επίκαιρο όσο ποτέ, η δικαιοσύνη στα χέρια της εξουσίας. Πώς είναι να διαμορφώνεις, ένα διήγημα σε θεατρική παράσταση;
Το πρώτο που με απασχόλησε ήταν να μη μεταφέρουμε απλώς ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο στη σκηνή, αλλά να ανακαλύψουμε γιατί αυτό το έργο χρειάζεται να ειπωθεί σήμερα. Τη θεατρική διασκευή υπογράφει η Δάφνη Λιανάκη, με την οποία δουλέψαμε πάνω σε μια συγκεκριμένη σκηνοθετική και δραματουργική κατεύθυνση: να φέρουμε τον κόσμο του Τολστόι σε άμεση συνομιλία με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, χωρίς να χαθεί ο βαθιά ανθρώπινος πυρήνας του έργου. Η λογοτεχνία έχει την πολυτέλεια να περιγράφει, να αναλύει, να εισχωρεί στις σκέψεις των ηρώων. Το θέατρο, αντίθετα, απαιτεί δράση, σύγκρουση, ανθρώπους που βρίσκονται ο ένας απέναντι στον άλλον και αναγκάζονται να πάρουν θέση.
Αυτό που μας ενδιέφερε ιδιαίτερα ήταν να φωτίσουμε τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους η εξουσία κατασκευάζει τη δική της εκδοχή της αλήθειας. Γιατί η αδικία δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα ενός κακού ανθρώπου. Πολύ συχνά είναι αποτέλεσμα ενός ολόκληρου συστήματος που έχει μάθει να λειτουργεί χωρίς να λογοδοτεί. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να μετατρέψουμε αυτές τις ιδέες σε ζωντανές ανθρώπινες σχέσεις, χωρίς να καταλήξουμε σε μια παράσταση που κουνάει το δάχτυλο στον θεατή. Δεν πιστεύω στο θέατρο που δίνει έτοιμες απαντήσεις. Πιστεύω στο θέατρο που δημιουργεί την ανάγκη να θέσουμε ερωτήματα, ακόμη κι όταν οι απαντήσεις μάς φέρνουν σε δύσκολη θέση. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο πολιτικό στοιχείο της θεατρικής πράξης: να μας αναγκάζει να κοιτάξουμε εκεί όπου, ως κοινωνία, έχουμε συνηθίσει να στρέφουμε αλλού το βλέμμα.
-Πώς ήταν η διαδρομή των προβών και η συνεργασία με το θίασο;
Η διαδρομή των προβών ήταν μια βαθιά δημιουργική διαδικασία, που στηρίχθηκε πάνω απ’ όλα στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Κι αυτό το θεωρώ θεμελιώδες σε κάθε καλλιτεχνική συνεργασία: να μπορείς να εμπιστευτείς τους ανθρώπους σου και εκείνοι με τη σειρά τους να αισθάνονται ασφαλείς να εκτεθούν, να δοκιμάσουν, να αποτύχουν και να ξαναπροσπαθήσουν. Φυσικά, περάσαμε από πολλές διακυμάνσεις, όπως συμβαίνει σε κάθε πρόβα. Υπήρξε άγχος, αγωνία, χαρά, γέλιο, δυσκολίες και προβλήματα που πολλές φορές χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε στην πορεία. Δεν πιστεύω, άλλωστε, ότι υπάρχει πραγματικά δημιουργική διαδικασία χωρίς συγκρούσεις, αμφιβολίες και ανατροπές. Εκείνο όμως που μας κράτησε ενωμένους ήταν ότι από την πρώτη στιγμή είχαμε έναν κοινό στόχο. Ξέραμε τι θέλαμε να αφηγηθούμε και, κυρίως, γιατί θέλαμε να το αφηγηθούμε. Και θεωρώ πως τελικά καταφέραμε να φτάσουμε εκεί που επιθυμούσαμε, μέσα από τη συλλογική δουλειά, την επιμονή και την πίστη όλων στην παράσταση. Για μένα, άλλωστε, το θέατρο είναι πάνω απ’ όλα μια πράξη συλλογική. Καμία σκηνοθετική ιδέα δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματική ζωή αν δεν συναντήσει ανθρώπους πρόθυμους να την κάνουν και δική τους.
-Μίλησέ μου για την παράσταση «Lacrimosa ή το Απέπρωτο», του Θανάση Τριαρίδη, όπου πρωταγωνιστείς μαζί με την Κάτια Νεκταρίου, σε σκηνοθεσία Χρήστου Καρασαββίδη. Πώς επιλέξατε αυτό το έργο;
Η αλήθεια είναι πως η επιλογή του έργου προέκυψε πρωτίστως από την ανάγκη να συνεργαστούμε με τον Χρήστο Καρασαββίδη. Υπήρχε μια αμοιβαία επιθυμία να συναντηθούμε καλλιτεχνικά και, ουσιαστικά, πρώτα αποφασίσαμε ότι θέλουμε να δουλέψουμε μαζί και έπειτα ξεκινήσαμε να αναζητούμε το έργο που θα μας έφερνε στη σκηνή. Ακολούθησε μια περίοδος γεμάτη συζητήσεις, ανταλλαγές ιδεών, σκέψεων και βιβλίων, μέχρι που καταλήξαμε και οι δύο στο «Lacrimosa ή το Απέπρωτο» του Θανάση Τριαρίδη. Ήταν μια επιλογή που προέκυψε οργανικά, μέσα από έναν κοινό καλλιτεχνικό προβληματισμό. Σιγά σιγά, αυτό που ξεκίνησε ως επιθυμία συνεργασίας άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, να αποκτά τη δική του σκηνική ταυτότητα και τελικά να συναντά το κοινό. Και είναι πολύ όμορφο που αυτή η συνάντηση δεν περιορίστηκε σε έναν κύκλο παραστάσεων αλλά συνεχίζεται πλέον για δεύτερη χρονιά. Νομίζω πως αυτό είναι και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της δουλειάς μας: ότι πολλές φορές δεν είναι το έργο που μας οδηγεί στους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι που μας οδηγούν στο έργο.
-Η υπόθεση είναι πολύπλοκη, όπως λέει και ο συγγραφέας για το έργο του, «το κείμενο που έχω γράψει είναι εγκεφαλικό, ανοικονόμητο, αδιάβατο, αντιθεατρικό». Τι σας κέντρισε το ενδιαφέρον να το ανεβάσετε με τον σκηνοθέτη;
Νομίζω πως πολλές φορές αυτό που εκ πρώτης όψεως μοιάζει αντιθεατρικό μπορεί να κρύβει μέσα του μια τεράστια θεατρική πρόκληση. Και ίσως αυτό να ήταν ένα από τα στοιχεία που μας γοήτευσαν με τον Χρήστο Καρασαββίδη. Προσωπικά, αυτό που με κέντρισε περισσότερο στο συγκεκριμένο έργο είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύεται το φόβο, τις ενοχές, τις επιθυμίες και τις απολαύσεις που μας συνοδεύουν από την παιδική μας ηλικία μέχρι και την ενήλικη ζωή. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτή η διαρκής εναλλαγή των ρόλων ανάμεσα στο παιδί και τον γονέα. Το πώς μεγαλώνοντας μετακινούμαστε από τη μία θέση στην άλλη, κουβαλώντας όμως πάντοτε μέσα μας κάτι από το παιδί που υπήρξαμε. Και το πώς, πολλές φορές, αναπαράγουμε ασυνείδητα συμπεριφορές, φόβους και τραύματα που κάποτε μας καθόρισαν. Ο Τριαρίδης δημιουργεί έναν κόσμο στον οποίο τίποτα δεν είναι απολύτως αθώο και τίποτα απολύτως ένοχο. Οι ανθρώπινες σχέσεις αποκαλύπτονται μέσα από τις αντιφάσεις τους, μέσα από όσα λέγονται αλλά κυρίως μέσα από όσα αποσιωπώνται. Και αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για μένα ως ηθοποιό, γιατί καλείσαι να αναμετρηθείς με πλευρές της ανθρώπινης φύσης που δεν είναι πάντα ευχάριστες ή εύκολα διαχειρίσιμες. Να αναζητήσεις την αλήθεια ενός ανθρώπου, ακόμη κι όταν αυτή η αλήθεια σε τρομάζει. Άλλωστε, δεν θεωρώ ότι το θέατρο οφείλει πάντοτε να είναι εύκολο ή καθησυχαστικό. Μερικές φορές η μεγαλύτερη δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά του να μας φέρνει αντιμέτωπους με όσα προσπαθούμε να αποφύγουμε.
-Τι σας δυσκόλεψε σε αυτό το ανέβασμα;
Νομίζω πως η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν να βρούμε την ισορροπία ανάμεσα στην πολυπλοκότητα του κειμένου και στην ανάγκη να δημιουργήσουμε μια ζωντανή, ουσιαστική επικοινωνία με τον θεατή. Ο Τριαρίδης δεν σου προσφέρει έναν ασφαλή δρόμο. Το κείμενό του απαιτεί διαρκή εγρήγορση, τόσο πνευματική όσο και συναισθηματική. Ως ηθοποιός καλείσαι να κινηθείς ανάμεσα σε διαφορετικές ηλικίες, συναισθηματικές καταστάσεις και σχέσεις εξουσίας, χωρίς να χάσεις την αλήθεια του προσώπου που υποδύεσαι. Υπήρχαν στιγμές στις πρόβες που αισθανόμουν πως, όσο περισσότερο προσπαθούσα να εξηγήσω λογικά κάποια πράγματα, τόσο περισσότερο απομακρυνόμουν από την ουσία τους. Χρειάστηκε να εμπιστευτώ το ένστικτό μου, τον Χρήστο και φυσικά την Κάτια, με την οποία μοιραζόμαστε αυτή τη δύσκολη σκηνική διαδρομή. Και τελικά, ίσως αυτό να ήταν το πιο απαιτητικό αλλά και το πιο γοητευτικό στοιχείο της διαδικασίας: να αποδεχτούμε ότι δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε τα πάντα. Κάποιες φορές το θέατρο αποκτά τη μεγαλύτερη δύναμή του μέσα από όσα αφήνει ανοιχτά.
-Τι παίρνει ο θεατής φεύγοντας;
Θα ήθελα να πιστεύω πως ο θεατής φεύγει με περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα είχε όταν μπήκε στην αίθουσα. Και το θεωρώ αυτό μια μικρή νίκη του θεάτρου. Το «Lacrimosa ή το Απέπρωτο» δεν είναι μια παράσταση που προσφέρει εύκολες απαντήσεις ή την ανακούφιση μιας οριστικής λύσης. Αντίθετα, σε καλεί να αναμετρηθείς με πράγματα βαθιά προσωπικά: με τους φόβους σου, τις ενοχές σου, τις επιθυμίες σου, με όσα κουβαλάς από την παιδική σου ηλικία και ίσως δεν έχεις καταφέρει ακόμη να συμφιλιωθείς μαζί τους.
Νομίζω πως όλοι μας, ανεξάρτητα από την ηλικία μας, υπήρξαμε κάποτε παιδιά που ζητούσαν αγάπη, αποδοχή και ασφάλεια. Και μεγαλώνοντας, πολλές φορές, καλούμαστε να προσφέρουμε όλα αυτά στους άλλους, χωρίς να έχουμε μάθει πραγματικά πώς. Δεν ξέρω αν ο θεατής φεύγει έχοντας κατανοήσει τα πάντα. Ούτε είναι αυτό το ζητούμενο. Θα ήθελα όμως να φεύγει έχοντας αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του, ακόμη κι αν αυτό το κάτι τον έχει ενοχλήσει. Γιατί πιστεύω πως μια παράσταση δεν τελειώνει τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα. Συνεχίζεται μέσα μας, όσο εξακολουθούμε να τη σκεφτόμαστε.
-Πόσα χρόνια κλείνει φέτος το Θέατρο NOŪS;
Μπήκαμε αισίως στον πέμπτο χρόνο λειτουργίας του Θεάτρου NOŪS και αισθανόμαστε τεράστια χαρά, συγκίνηση και ευγνωμοσύνη. Πρωτίστως απέναντι στο κοινό που από την πρώτη στιγμή αγκάλιασε αυτή την προσπάθεια, αλλά και απέναντι στους ανθρώπους με τους οποίους ξεκινήσαμε μαζί αυτό το εγχείρημα, πιστεύοντας σε ένα κοινό όραμα. Νομίζω πως μέσα σε αυτά τα χρόνια καταφέραμε να δημιουργήσουμε κάτι περισσότερο από έναν χώρο παραστάσεων. Δημιουργήσαμε μια κυψέλη πολιτισμού, μέσα στην ίδια την Κυψέλη. Έναν χώρο συνάντησης, δημιουργίας και καλλιτεχνικής έκφρασης, που συνεχώς εξελίσσεται και αποκτά τη δική του ταυτότητα. Αυτό που με συγκινεί ιδιαίτερα είναι ότι βλέπουμε πλέον θεατές να επιστρέφουν, να παρακολουθούν διαφορετικές παραγωγές μας, να μας εμπιστεύονται ξανά και ξανά. Και αυτή η σχέση εμπιστοσύνης είναι ίσως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για όλη την προσπάθεια. Επιθυμία μας είναι να συνεχίσουμε με την ίδια θέρμη, την ίδια επιμονή και την ίδια αγάπη για το θέατρο. Να αγκαλιάζουμε νέες καλλιτεχνικές προτάσεις, να δίνουμε χώρο και ευκαιρίες σε νέους δημιουργούς και να διευρύνουμε διαρκώς την επαφή μας με το κοινό. Γιατί, τελικά, ένα θέατρο δεν το καθορίζουν μόνο οι παραστάσεις που φιλοξενεί, αλλά οι άνθρωποι που συναντιούνται μέσα σε αυτό. Και αν κάτι εύχομαι για τα επόμενα χρόνια, είναι να συνεχίσουμε να δημιουργούμε λόγους για να συναντιόμαστε.
-Πώς νιώθεις για αυτή την κυψέλη πολιτισμού, όπως την αποκαλείς;
Νιώθω κυρίως ευθύνη. Γιατί όταν δημιουργείς ένα χώρο πολιτισμού, δεν δημιουργείς απλώς ένα μέρος όπου οι άνθρωποι έρχονται για να παρακολουθήσουν μια παράσταση. Δημιουργείς έναν τόπο συνάντησης, έναν χώρο όπου διαφορετικές φωνές, διαφορετικές γενιές και διαφορετικές πραγματικότητες μπορούν να συνυπάρξουν. Για μένα, το θέατρο δεν μπορεί να είναι αποκομμένο από την κοινωνία μέσα στην οποία υπάρχει. Δεν μπορεί να μιλά για τον άνθρωπο από τη σκηνή και την ίδια στιγμή να αδιαφορεί για τον άνθρωπο που βρίσκεται έξω από την πόρτα του. Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, ούτε προνόμιο των λίγων. Είναι ανάγκη, είναι δικαίωμα και, πάνω απ’ όλα, είναι ένας τρόπος να παραμένουμε συνδεδεμένοι μεταξύ μας. Αυτό προσπαθούμε να υπηρετήσουμε στο NOŪS: ένα θέατρο ανοιχτό, όχι μόνο ως προς τις καλλιτεχνικές του επιλογές, αλλά και ως προς τη στάση του απέναντι στην κοινωνία. Έναν χώρο που δεν φοβάται να πάρει θέση, να συνομιλήσει με την εποχή του, να υποδεχτεί το διαφορετικό, να δώσει βήμα σε ανθρώπους που ενδεχομένως δεν έχουν εύκολα πρόσβαση στην καλλιτεχνική δημιουργία. Και υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό σε όλο αυτό: να βλέπεις ανθρώπους που μέχρι χθες ήταν άγνωστοι μεταξύ τους να συναντιούνται σε μια αίθουσα, να γελούν, να συγκινούνται, να διαφωνούν, να συζητούν μετά το τέλος μιας παράστασης. Σε μια εποχή που μοιάζει να μας απομονώνει όλο και περισσότερο, αυτή η συλλογική εμπειρία αποκτά για μένα τεράστια σημασία. Δεν ξέρω αν ένα θέατρο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Ξέρω όμως ότι μπορεί να αλλάξει, έστω και για λίγο, τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος κοιτάζει έναν άλλον. Και αυτό δεν το θεωρώ καθόλου μικρό. Αν καταφέρουμε το NOŪS να παραμείνει ένας τέτοιος τόπος, ένας χώρος όπου η τέχνη συναντά την κοινωνική ευαισθησία και η δημιουργία την ανθρώπινη αλληλεγγύη, τότε θα αισθάνομαι πως αυτό το εγχείρημα έχει πραγματικό νόημα.
– «ΚΟΙΝΟ NOŪS», μια νέα δράση για το Θέατρο NOŪS. Πες μας δύο λόγια.
Το «ΚΟΙΝΟ NOŪS» γεννήθηκε από μια πολύ απλή σκέψη: ότι η κοινωνική ευθύνη ενός θεάτρου δεν μπορεί να εξαντλείται στα όσα λέγονται πάνω στη σκηνή. Χρειάζεται κάποια στιγμή να μετατρέπεται σε πράξη. Από την πρώτη στιγμή που δημιουργήσαμε το Θέατρο NOŪS, θέλαμε να είναι ένας χώρος ανοιχτός στην κοινωνία. Με το «ΚΟΙΝΟ NOŪS» επιχειρούμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, δημιουργώντας μια πρωτοβουλία αλληλεγγύης, προσφοράς και ουσιαστικής ανθρώπινης επαφής. Η αρχή έγινε με τις Ημέρες Αλληλεγγύης, μέσα από τη συγκέντρωση και τη διανομή τροφίμων, ρούχων και ειδών πρώτης ανάγκης, αλλά και την προετοιμασία γευμάτων για συνανθρώπους μας που βρίσκονται σε συνθήκες αστεγίας. Ωστόσο, αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι απλώς να οργανώνουμε περιστασιακές δράσεις φιλανθρωπίας. Θέλουμε να καλλιεργήσουμε μια σταθερή κουλτούρα συμμετοχής και συλλογικής ευθύνης. Να δημιουργήσουμε μια κοινότητα ανθρώπων που αντιλαμβάνονται ότι η αλληλεγγύη δεν είναι μια πράξη γενναιοδωρίας από τον ισχυρό προς τον αδύναμο, αλλά μια σχέση ισότητας και σεβασμού. Για μένα έχει τεράστια σημασία η αξιοπρέπεια: να προσφέρεις χωρίς να εκθέτεις, να βοηθάς χωρίς να επιδεικνύεις, να στέκεσαι δίπλα στον άλλον και όχι απέναντί του. Θα ήθελα το «ΚΟΙΝΟ NOŪS» να εξελιχθεί σε έναν ζωντανό θεσμό, που θα ενώνει καλλιτέχνες, θεατές, συνεργάτες και κατοίκους της γειτονιάς γύρω από έναν κοινό σκοπό. Γιατί τελικά, αν το θέατρο μας μαθαίνει να μπαίνουμε στη θέση του άλλου, η αλληλεγγύη είναι ο τρόπος να αποδείξουμε ότι το εννοούμε.
-Έχεις κάποιο ίνδαλμα;
Όχι, δεν θα έλεγα ότι έχω κάποιο ίνδαλμα. Υπάρχουν, φυσικά, καλλιτέχνες που θαυμάζω βαθιά, σέβομαι την πορεία τους, εκτιμώ τις επιλογές τους και με ενδιαφέρει να παρακολουθώ την εξέλιξή τους. Προτιμώ όμως το θαυμασμό από την εξιδανίκευση. Θεωρώ πως κάθε καλλιτέχνης οφείλει να αναζητά τη δική του διαδρομή, να διαμορφώνει τη δική του ταυτότητα και να ανακαλύπτει τον προσωπικό του τρόπο έκφρασης. Μπορούμε να εμπνεόμαστε από τους άλλους, χωρίς απαραίτητα να επιδιώκουμε να τους μοιάσουμε.
– Ένας ακόμα ρόλος στη ζωή σου ήρθε πριν λίγες μέρες, ο ρόλος του πατέρα. Πώς νιώθεις γι’ αυτό;
Δεν ξέρω αν υπάρχουν λέξεις ικανές να περιγράψουν αυτό που αισθάνομαι. Είναι από εκείνες τις στιγμές στη ζωή που όσα κι αν έχεις φανταστεί, όσα κι αν έχεις ονειρευτεί, η πραγματικότητα έρχεται και τα ξεπερνά όλα.
Η πατρότητα είναι ίσως η πιο βαθιά και συγκλονιστική εμπειρία που έχω ζήσει μέχρι σήμερα. Ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα αγάπης, τρυφερότητας, ευθύνης και ευγνωμοσύνης. Ξαφνικά, ένας τόσο μικρός άνθρωπος καταφέρνει να αλλάξει ολόκληρο τον κόσμο σου: να μετακινήσει τις προτεραιότητές σου, να δώσει διαφορετικό νόημα στο χρόνο, στις αγωνίες, ακόμη και στα πιο απλά πράγματα της καθημερινότητας.
"Ό,τι βλέπεις είναι αληθινό, ό,τι ακούς μπορεί να μην είναι"
...Γεννήθηκα στα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο και μεγάλωσα σε θεατρικές σκηνές και στα τηλεοπτικά πλατό. Από μικρός έκανα παρέα με όλες τις προσωπικότητες του πολιτισμού μας. Μαζί με τους δικούς μου ανθρώπους, με στηρίζουν συνεχώς, κυρίως με το έργο τους. Ωραία ιστορία, έτσι; Κρίμα που δεν είναι αληθινή! Πάντα μου άρεσε αυτή η εκδοχή. Χρειάζεται ένας μύθος να συντηρεί την πραγματικότητα. Οι δικοί μου μύθοι είναι έγχρωμοι, σινεμασκόπ και εξώφυλλο. Και συνεχίζουν να ζουν στο cosmopoliti…
Σχόλια για αυτό το άρθρο
Κλείστε διακόπες με σκάφος απο την BednBlue.com και λάβετε έκπτωση χρησιμοποιώντας το κούπονι: cosmopoliti
Σχόλια για αυτό το άρθρο