
“Αυτή την παράσταση πρέπει να τη δεις, θα σου αρέσει πολύ, ξέρω τι σου λέω, είναι από αυτές που γράφουν στην ψυχή σου” μου έλεγε από τις πρόβες ακόμα η Νταίζη Λεμπέση που ως γνήσιο θεατροπαίδι με την εμπειρία που έχει, “μυρίζεται” από την αφίσα ποια παράσταση θα είναι καλή και ποια λιγότερο καλή. Και δεν έχει να κάνει με το αν έχει την επικοινωνία στο συγκεκριμένο έργο, ούτε με το ότι είναι sold out από την πρώτη μέρα. Γιατί για κάποιες άλλες παραστάσεις παλιότερα, μου΄χε πει: “δες το λίγο αργότερα, θα είναι καλύτερο μόλις ρολάρει”. Για την παράσταση “Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν” μου΄λεγε ξανά και ξανά. Όπως και όσοι γνωρίζω που το είδαν, τα ίδια μου είχαν πει. Έτσι κι αλλιώς ήθελα να το δω, διότι πάντα παρακολουθώ τις παραστάσεις που ανεβάζουν ο Δημήτρης Καρατζιάς και ο Μάνος Αντωνιάδης, από το Vault ακόμη, πόσο μάλλον στο Εν Αθήναις που έχουν ανέβει level και έχουν ξεπεράσει κάθε προσδοκία και δικιά τους και του κοινού. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις ότι πήραν την απόφαση να ανεβάσουν μια παράσταση με 17 ηθοποιούς, σε δική τους μετάφραση, διασκευή, σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία και πρωτότυπη μουσική! Και αυτή η τόλμη, έβγαλε ένα άρτιο θεατρικό διαμάντι που μακάρι να παίζεται πολλά χρόνια! Προς το παρόν θα συνεχίσει μέχρι 17 Μαΐου, οπότε να δεν το έχετε δει, αξίζει της θέασής σας.
Αν σας αρέσει το καλό θέατρο, η παράσταση “Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν” πρέπει να μπει στις επιλογές σας. Και μη δίνετε σημασία σε αυτό που λέγεται ότι είναι μεγάλη σε διάρκεια. Έχει και διάλειμμα και ούτε καταλαβαίνεις πότε αρχίζει και πότε τελειώνει. Έχει γίνει πια “καραμέλα” να λέμε “είναι μεγάλο”, ο καθένας για δικούς του λόγους. Όταν μια παράσταση είναι καλή, δεν σε νοιάζει η διάρκεια, σε νοιάζει να μην τελειώσει για να απολαύσεις κι άλλο αυτό που βλέπεις.
Ο Horace McCoy το 1935 έγραψε τη νουβέλα “Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν” με θέμα την περίοδο της κρίσης του 1929 και συγκλονίζει. Το 1969 Σίντνεϊ Πόλακ, παίρνει το μυθιστόρημα και το μεταφέρει στο σινεμά. Η ταινία προτάθηκε για 9 βραβεία Όσκαρ και κέρδισε το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου για τον Γκιγκ Γιανγκ. Τι συμβαίνει στο “Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν;”. Σε μια αποβάθρα αναψυχής, στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, δίπλα στο Χόλιγουντ, ένας ακόμη «μαραθώνιος χορού» ξεκινάει. Οι μαραθώνιοι χορού ήταν διαγωνισμοί αντοχής, όπου ζευγάρια χόρευαν νύχτα – μέρα, συνεχόμενα, με ολιγόλεπτα διαλείμματα και ελάχιστο ύπνο, για εβδομάδες ή και για μήνες. Στόχος τους να μείνουν οι τελευταίοι όρθιοι για να κερδίσουν το χρηματικό έπαθλο του διαγωνισμού. Ήταν η τελευταία λέξη της μόδας στην ψυχαγωγία. Ο κόσμος έψαχνε ευκαιρία να σπάσει τα ρεκόρ σε κάθε είδους δραστηριότητα και ο χορός ήταν μία από αυτές. Όταν όμως ξέσπασε το Κραχ το 1929 και ο κόσμος πάσχιζε πια να εξασφαλίζει τα προς το ζην, οι επιχειρηματίες εκμεταλλευόμενοι την οικονομική κρίση, μετέτρεψαν αυτούς τους χορούς σε μία άκρως κερδοφόρα επιχείρηση. Για να προσελκύουν διαγωνιζόμενους, κυρίως ανέργους και φτωχούς που προσπαθούσαν να επιβιώσουν κυνηγώντας μια θέση στο Αμερικάνικο όνειρο, παρείχαν δωρεάν διαμονή, φαγητό και μια σχετική ιατρική περίθαλψη! Πολλοί από τους συμμετέχοντες αποκτούσαν χορηγούς, οι οποίοι για να εξασφαλίσουν τη διαφήμιση των προϊόντων τους, έφταναν στο σημείο να τους ταΐζουν ακόμη και 12 φορές την ημέρα, ελπίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο τους έδιναν περισσότερη ενέργεια. Αυτό έκανε τη συμμετοχή στους μαραθώνιους χορού ακόμα πιο περιζήτητη, καθώς ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα να τρώνε τόσο πλουσιοπάροχα την εποχή της «Μεγάλης Ύφεσης». Το κοινό φυσικά, που λάτρευε τη θεατρικότητα των θεαμάτων αρένας, πλήρωνε καθημερινά εισιτήριο για να παρακολουθήσει αυτά τα σκληρά και άγρια show που συνδυάζανε τη μουσική και το χορό, το τραγούδι και το θέατρο με το δράμα όλων αυτών των ανθρώπων που προσπαθούσαν να παραμείνουν όσο το δυνατόν περισσότερο σε αυτούς τους διαγωνισμούς, φτάνοντας στα όρια της κατάρρευσης, αποχωρώντας συνήθως εξαντλημένοι, λιπόθυμοι, τραυματισμένοι, μετά από ψυχολογικά ξεσπάσματα και ψυχωσικά επεισόδια, πολλοί από αυτούς, ακόμη και νεκροί. Νικητής, το τελευταίο ζευγάρι που θα κρατηθεί όρθιο.
Η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας για επιβίωση. Μοιάζει τετριμμένη και άδεια από νόημα η χιλιοειπωμένη αυτή φράση αλλά παραμένει σε τραγική επικαιρότητα. Γιατί στο βάθος αυτού του τραγικού αγώνα, υπάρχει πάντα ένα απελπισμένο, τραγικό γιατί. Γιατί όλο αυτό το ματωμένο παιχνίδι; Γιατί οι κραυγές, τα ουρλιαχτά, η μανία της διεκδίκησης, η τρομακτική εξουθένωση, ο μαρασμός, η κατάπτωση, η διάλυση, αφού το τέλος του αγώνα και το κέρδος του είναι ο θάνατος, η αποσύνθεση, η επιστροφή στην ανυπαρξία και το μηδέν; Άρα το σοβαρότερο υπαρξιακό πρόβλημα που υπάρχει, είναι η αυτοκτονία. Συνειδητοποιώντας το νόημα της σιωπής και της σκόνης, το μόνο που σου μένει είναι η αναχώρηση. Και αυτό ακριβώς μας δείχνει η συγκλονιστική παράσταση “Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν” στο Εν Αθήναις. Στηρίζεται στις παραπάνω πικρές φιλοσοφικές διαπιστώσεις. Καμιά ελπίδα, καμιά διέξοδο ζωής. Η συνειδητοποίηση της ματαιότητας του αγώνα, είναι η αποκρυπτογράφηση ενός θρύλου. Το πανέμορφο άλογο καλπάζει όλο ζωή. Αύριο όμως δεν θα είναι ούτε νέο, ούτε όμορφο. Αντιμετωπίζει τη φθορά και πριν το σκοτώσει ο πυροβολισμός και τα γηρατειά, το έχει σκοτώσει η ζωή.
Αυτό συμβαίνει και με τα ζευγάρια του έργου. “Χορέψτε, χορέψτε” προτείνει στα ζευγάρια ο κομπέρ. Μαζί στην πίστα του χορού, θα αγωνιστούν για τη ζωή. Και σιγά σιγά, θα έρθει η συνειδητοποίηση της φρίκης που λέγεται ζωή. Και ο καθένας θα αντιμετωπίσει αυτή τη συνειδητοποίηση διαφορετικά. Είτε συμμετέχει στο μαραθώνιο, είτε τον παρουσιάζει, είτε τον παρακολουθεί. Ο Δημήτρης Καρατζιάς με τη σκηνοθεσία του, κατορθώνει να μας κάνει συνένοχους σε αυτό το μαραθώνιο, μας τοποθετεί ως κοινό στην αρένα. Όπως συμβαίνει με την Γιάννα Σταυράκη που κάθεται ανάμεσά μας αλλά έχει ενεργό ρόλο στην παράσταση, ακόμα κι όταν δεν παίζει, μόνο με τις εκφράσεις της. Σπουδαία θεατρίνα που ο σκηνοθέτης την έχει αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο. Όπως και όλο το θίασο.

Μια πλειάδα από εξαιρετικούς ηθοποιούς είναι το μεγάλο ατού της παράστασης. Όλοι τους υποδύονται άψογα τους ρόλους τους, καθοδηγούμενοι από έναν εξαιρετικό σκηνοθέτη που ξέρει να βγάζει από τον κάθε ηθοποιό το πολύπλευρο ταλέντο του. Χωρίς να αδικώ κανέναν, ξεχωρίζουν ο θαυμαστός Νίκος Ιωαννίδης (είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται ο ρόλος και σηκώνει όλο το βάρος που απαιτεί για να ξεσηκώνει το κοινό ή να το προσγειώνει στην τραγικότητα), η άξια Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη (που δεν την έχω ξαναδεί στη σκηνή και με εντυπωσίασε με την άνεσή της), η χαρισματική Ορνέλα Λούτη (που την γνωρίζω από τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα και χαίρομαι με την εξέλιξή της σε υπολογίσιμη δύναμη του θεάτρου), η υπέροχη Δήμητρα Κολλά (που μπαίνοντας στην αίθουσα, σε “ψαρώνει” με το ρόλο της ως νοσοκόμα και είναι για ακόμη μία φορά ασύγκριτη), ο εξαίσιος Νικόλας Μπράβος (επίσης τον ξέρω από την πρώτη του θεατρική δουλειά και η ερμηνευτική άνοδός του είναι εκπληκτική), ο εκλεκτός Στέφανος Κακαβούλης (κάθε φορά με εντυπωσιάζει στους ρόλους του), ο πολύ καλός Θάνος Κρομμύδας (επίσης αλματώδης η εξέλιξή του σε ερμηνευτικό επίπεδο), η άριστη Αγάπη Παπαθανασιάδου (που κατορθώνει να μην καταλάβεις ότι υποδύεται δύο ρόλους κι αυτό είναι επιτυχία) και η μοναδική Γιάννα Σταυράκη (που με μια σκηνή, βάζει στο τσεπάκι της το ρόλο και φεύγει).

Ο Μάνος Αντωνιάδης με την πρωτότυπη μουσική του και τα τραγούδια θα έπαιρνε σίγουρα Τοny αν είχαμε τέτοια βραβεία στη χώρα μας, όπως βραβείο αξίζουν ο Γιώργος Λυντζέρης για τα κοστούμια και η Ελένη Σουμή για τη μάσκα. Το μεγαλύτερο μπράβο αξίζει στον Δημήτρη Καρατζιά που δεν δίστασε να ανεβάσει αυτό το θεατρικό άθλο και να εμπιστευτεί στους πιο ικανούς συντελεστές -σε όλα τα πόστα- το όνειρό του. Και όλοι μαζί έκαναν ένα όνειρο πραγματικότητα και χάρισαν στο θεατρόφιλο κοινό, μια παράσταση που θα αφήσει το αποτύπωμά της και τη σφραγίδα της, ώστε να μνημονεύεται από τις επόμενες γενιές. Διότι μπορεί να “Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν” όμως η μνήμη δεν σκοτώνει τα θεατρικά αριστουργήματα. Κι αυτή η παράσταση, ανήκει σε αυτή την κατηγορία.












































Σχόλια για αυτό το άρθρο