
Ο αξιόλογος και χαρισματικός Μάκης Τσούφης ανήκει στη νέα γενιά των σκηνοθετών που προσπαθούν με τις ταινίες τους, να ανανεώσουν το ελληνικό σινεμά. Είναι σεμνός, ευγενικός, καθόλου επηρμένος, έχει μόρφωση, παιδεία και ωριμότητα. Δουλεύει ακόμα κι όταν νομίζεις ότι ξεκουράζεται, ξέρει ακριβώς τι θέλει επάνω στο αντικείμενο του και έχει αλματώδη εξέλιξη και πρόοδο στην τέχνη του αλλά και στην ποιότητα του χαρακτήρα του. Είναι αθόρυβος και ταπεινός και μιλάει με τις δουλειές του, που αφήνουν το αποτύπωμά τους, είτε στη μικρή, είτε στη μεγάλη οθόνη. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, γράφει χωρίς σταματημό. Και θεατρικά κείμενα αλλά και βιβλία. Φέτος είναι η χρονιά του. Το πρώτο του θεατρικό έργο “Check in για 2” παίζεται με πολύ μεγάλη επιτυχία σε περιοδεία σε ολόκληρη την Ελλάδα και από τη νέα σεζόν θα το δούμε και στην Αθήνα, η ταινία του «Memento Mori» κάνει διεθνή καριέρα με πολλές προβολές στο εξωτερικό, η νέα του ταινία “Το μυστικό του δάσους” ξεκινά την πορεία της στις ελληνικές αίθουσες, ενώ έχει εκδοθεί και το πρώτο του βιβλίο. Για όλα αυτά και για πολλά περισσότερα, ο ευλογημένος με πολλά ταλέντα Μάκης Τσούφης σε αποκλειστική συνέντευξη.

-Πώς είναι να σκηνοθετείς ελληνική ταινία στην εποχή μας; Ποια είναι τα βασικά προβλήματα και ποιες οι ευκολίες που συνάντησες;
Το να σκηνοθετείς ελληνική ταινία σήμερα είναι μια μεγάλη πρόκληση. Υπάρχουν δυσκολίες σε επίπεδο χρηματοδότησης, παραγωγής και χρόνου, και πολλές φορές χρειάζεται να ξεπερνάς συνεχώς εμπόδια για να φτάσεις στο αποτέλεσμα που ονειρεύεσαι. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η διαδρομή έχει και κάτι πολύ ζωντανό: σε φέρνει κοντά στην ουσία της δημιουργίας. Σε αναγκάζει να παλέψεις για αυτό που θέλεις να πεις και να βρεις λύσεις μέσα από την ανάγκη σου να το αφηγηθείς. Δεν είναι εύκολος δρόμος, αλλά είναι ένας δρόμος πολύ αληθινός.
-Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Στέλιο Ορφανίδη που συν-σκηνοθετείτε μαζί «Το μυστικό του δάσους»;
Η συνεργασία μου με τον Στέλιο ήταν ουσιαστική και πολύ δημιουργική. Όταν συν-σκηνοθετείς με έναν άνθρωπο, χρειάζεται κοινό όραμα, εμπιστοσύνη και καθαρή επικοινωνία. Με τον Στέλιο υπήρχε αυτή η βάση. Μοιραστήκαμε την ίδια αγάπη για την ιστορία, για την ατμόσφαιρα της ταινίας και για τους χαρακτήρες της. Ο καθένας έφερε τη δική του ματιά, αλλά πάντα με στόχο το ίδιο αποτέλεσμα. Νομίζω πως αυτή η ισορροπία είναι που έκανε τη συνεργασία μας πραγματικά γόνιμη.
-Για ποιους λόγους να δούμε την ταινία «Το μυστικό του δάσους»;
Γιατί είναι μια ταινία που δεν στηρίζεται μόνο στο μυστήριο και την αγωνία, αλλά και στο ανθρώπινο βάθος. Έχει σασπένς, έχει ατμόσφαιρα, έχει ένταση, αλλά ταυτόχρονα μιλά για την απώλεια, τη μνήμη, την ενοχή, τη λύτρωση. Επίσης αγγίζει ένα πολύ σκληρό και υπαρκτό κοινωνικό θέμα, αυτό της εμπορίας ανθρώπων. Πιστεύω ότι ο θεατής δεν θα δει απλώς ένα αστυνομικό θρίλερ, αλλά μια ιστορία με ψυχή, σκοτάδι και συναίσθημα.
-Σε ελκύουν περισσότερο οι αστυνομικές περιπέτειες και τα θρίλερ για τον κινηματογράφο;
Ναι, με ελκύουν πολύ, γιατί είναι είδη που σου δίνουν τη δυνατότητα να μιλήσεις όχι μόνο για την αγωνία και την πλοκή, αλλά και για πιο βαθιά ανθρώπινα θέματα. Ένα ψυχολογικό θρίλερ ή μια ταινία μυστηρίου μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα για να μιλήσεις για την απώλεια, την ενοχή, τη διαφθορά, τη δικαιοσύνη, το φόβο. Δεν με ενδιαφέρει το είδος μόνο ως μηχανισμός suspense· με ενδιαφέρει ως τρόπος να μπεις βαθιά στον άνθρωπο.

-Η εποχή μας σε φοβίζει;
Θα έλεγα ότι περισσότερο με προβληματίζει παρά με φοβίζει. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλης ταχύτητας, σύγχυσης, έντασης και συχνά αποπροσωποποίησης. Υπάρχει πολύς θόρυβος και λιγότερος χρόνος για ουσία. Αυτό με απασχολεί. Από την άλλη, πιστεύω ότι κάθε εποχή έχει τις δυσκολίες της και τη δική της μάχη. Το θέμα είναι να μην πάψουμε να βλέπουμε καθαρά, να αισθανόμαστε και να αντιστεκόμαστε στην επιφάνεια.
-Ποιες συνεργασίες σου ξεχωρίζεις στην πορεία σου μέχρι τώρα και γιατί;
Ξεχωρίζω τις συνεργασίες όπου υπήρξε ουσιαστική επικοινωνία και κοινή καλλιτεχνική γλώσσα. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό. Να νιώθεις ότι δεν βρίσκεσαι απλώς σε μια επαγγελματική συνύπαρξη, αλλά σε μια πραγματική δημιουργική συνάντηση. Κάθε συνεργασία που είχε αλήθεια, εμπιστοσύνη και ουσιαστικό μοίρασμα, με έχει επηρεάσει βαθιά και με έχει βοηθήσει να εξελιχθώ. Όπως και στο “Μυστικό του δάσους” δημιουργήθηκε μια “οικογένεια” με κοινή καλλιτεχνική γλώσσα.
-Υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους θα ήθελες να συνεργαστείς και δεν έχει τύχει ακόμα;
Φυσικά και υπάρχουν. Νομίζω κάθε δημιουργός έχει ανθρώπους που θαυμάζει και με τους οποίους θα ήθελε κάποια στιγμή να συναντηθεί καλλιτεχνικά. Εμένα με ενδιαφέρουν οι συνεργασίες με ανθρώπους που έχουν προσωπικότητα, ήθος και αλήθεια στη δουλειά τους. Είτε είναι ηθοποιοί, είτε συγγραφείς, θέλω να συναντιέμαι με ανθρώπους που έχουν εσωτερικό κόσμο και κάτι να πουν. Αυτές είναι οι συνεργασίες που αξίζουν πραγματικά.
-Ποιο είναι το μεγαλύτερο ρίσκο που έχεις πάρει ως τώρα;
Νομίζω ότι το μεγαλύτερο ρίσκο ήταν η απόφαση να ακολουθήσω το δρόμο της δημιουργίας με συνέπεια και επιμονή. Να επενδύσω σε αυτό όχι περιστασιακά, αλλά ολοκληρωτικά. Είναι ένας δρόμος που έχει αβεβαιότητα, απαιτεί αντοχές και πολλές φορές σε δοκιμάζει σε όλα τα επίπεδα. Αλλά όταν νιώθεις ότι αυτό είναι το πεδίο όπου ανήκεις, τότε το ρίσκο γίνεται και ανάγκη.

-Θυμάσαι ποια ήταν η πρώτη ταινία που είδες στο σινεμά;
Ναι, και τη θυμάμαι όχι απλώς σαν ανάμνηση, αλλά σχεδόν σαν στιγμή αποκάλυψης. Ήμουν πέντε χρονών. Καλοκαίρι. Ο δρόμος μύριζε γιασεμί. Μαζί με τον αδελφό μου είχαμε σκαρφαλώσει από την πίσω πλευρά ενός θερινού κινηματογράφου, από εκεί που δεν πλήρωνες εισιτήριο. Κρεμαστήκαμε από το τσιμέντο, πιαστήκαμε από μια σκουριασμένη σκάλα και κοιτάζαμε το πανί από την ανάποδη. Η ταινία ήταν ο King Kong του 1933, μόνο που για εμάς όλα ήταν ανάποδα: οι λέξεις, οι κινήσεις, οι εικόνες. Κι όμως ήταν μαγεία. Δεν με μάγεψε μόνο ο Κινγκ Κονγκ. Με μάγεψε το γεγονός ότι κάποιος τον είχε φανταστεί, κάποιος τον είχε βάλει εκεί, στο πανί, να φαίνεται αληθινός ενώ δεν ήταν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, με τα πόδια να κρέμονται στο κενό και τον ιδρώτα να μου τσούζει τα μάτια, αποφάσισα ότι θα γίνω σκηνοθέτης. Και το ήξερα.
-Είχες είδωλα όταν ήσουν παιδί;
Είχα ανθρώπους που θαύμαζα πολύ, περισσότερο ως πηγή έμπνευσης παρά ως είδωλα με τη στενή έννοια. Με συγκινούσαν οι δημιουργοί που είχαν ισχυρό προσωπικό στίγμα, οι άνθρωποι που μπορούσαν να πουν μεγάλες αλήθειες μέσα από την τέχνη τους. Όταν είσαι παιδί, τέτοιες μορφές λειτουργούν σαν φάροι.
-Πες μου 5 ελληνικές και 5 ξένες ταινίες που αγαπάς.
Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω μόνο δέκα, αλλά θα πω κάποιες που αγαπώ πραγματικά: The Godfather, Taxi Driver, V for Vendetta, Η Κάλπικη Λίρα, Seven, Inception. Είναι ταινίες που, καθεμία με το δικό της τρόπο, με έχουν επηρεάσει είτε συναισθηματικά είτε κινηματογραφικά.

-Η ταινία «Memento Mori» που επίσης έγραψες και σκηνοθέτησες, πότε θα προβληθεί στη χώρα μας; Ξέρω ότι κάνει ήδη διεθνή καριέρα.
Το Memento Mori είναι ένα έργο που δημιουργήθηκε και πραγματοποιήθηκε με πολύ μεγάλο αγώνα. Είναι μια ταινία που κουβαλά πολλή προσωπική διαδρομή, επιμονή και πίστη. Πίσω από αυτή τη δουλειά βρέθηκε ένα σύνολο ανθρώπων με αφοσίωση, ευαισθησία και ουσιαστική αγάπη για την τέχνη, και αυτό είναι κάτι που για μένα έχει πολύ μεγάλη αξία. Χαίρομαι ιδιαίτερα που η ταινία ακολουθεί ήδη μια διεθνή πορεία, και εύχομαι σύντομα να υπάρξουν και οι επίσημες ανακοινώσεις για την προβολή της στην Ελλάδα, ώστε να συναντήσει και εδώ το κοινό της.
(Δείτε αναλυτικά για την ταινία εδώ)
-Ας μιλήσουμε και για το θεατρικό σου έργο «Check in για 2». Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Πώς ένιωσες όταν είδες το κείμενό σου στη σκηνή;
Ήταν μια πολύ συγκινητική εμπειρία. Το να βλέπεις ένα κείμενο που γεννήθηκε στη σιωπή της γραφής να παίρνει σάρκα και οστά πάνω στη σκηνή είναι κάτι πολύ δυνατό. Το θέατρο έχει μια αμεσότητα και μια ζωντανή αναπνοή που σε αγγίζει αλλιώς. Ένιωσα χαρά, αγωνία, συγκίνηση, αλλά και ευθύνη. Γιατί από τη στιγμή που το κείμενο βγαίνει στη σκηνή, παύει να ανήκει μόνο σε σένα — γίνεται μια ζωντανή συνάντηση με τους ηθοποιούς και το κοινό.
(Δείτε αναλυτικά για την παράσταση εδώ)

-Eκτός από τις ταινίες και το θεατρικό, έχεις γράψει και τα πρώτα σου βιβλία. Μίλησέ μου για αυτά.
Η συγγραφή βιβλίων ήταν για μένα μια πολύ ουσιαστική ανάγκη έκφρασης. Κάθε μέσο έχει το δικό του ρυθμό και τη δική του αλήθεια. Στο βιβλίο έχεις μια άλλη ελευθερία, μια άλλη εσωτερικότητα, έναν διαφορετικό τρόπο να χτίσεις κόσμο, ατμόσφαιρα και χαρακτήρες. Για μένα, τα βιβλία ήταν μια φυσική συνέχεια της ανάγκης μου να αφηγούμαι ιστορίες. Τέλος Μαρτίου κυκλοφορεί το πρώτο μου βιβλίο, με τίτλο “After Dark Monologues” κάτι που με χαροποιεί και με συγκινεί ιδιαίτερα, γιατί είναι μια πολύ προσωπική κατάθεση. Είναι ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε για να είναι “όμορφο”, αλλά για να είναι αληθινό. Μέσα από αυτούς τους μονολόγους προσπάθησα να δώσω φωνή σε πρόσωπα και σε εσωτερικές καταστάσεις που κουβαλούν τραύμα, ενοχή, επιθυμία, θυμό, απώλεια, αλλά και την ανάγκη για φως, επιστροφή και λύτρωση. Οι ήρωες αυτών των κειμένων δεν είναι ιδανικοί άνθρωποι· είναι πληγωμένοι, αντιφατικοί, εύθραυστοι, πολλές φορές χαμένοι, αλλά βαθιά ανθρώπινοι. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να μιλήσω για εκείνη τη λεπτή ζώνη όπου το σκοτάδι συναντά την ελπίδα. Για τη στιγμή που ένας άνθρωπος, ακόμα και μέσα στη ρωγμή του, προσπαθεί να κρατηθεί, να καταλάβει τον εαυτό του, να επιστρέψει σε κάτι αληθινό. Το “After Dark Monologues” είναι, στην ουσία, μια διαδρομή μέσα από εσωτερικούς κόσμους. Έχει μέσα του μοναξιά, μνήμη, οικογενειακά τραύματα, έρωτα, εξάρτηση, πίστη, απώλεια, αλλά και την ανάγκη του ανθρώπου να βρει ένα φως αναμμένο όταν όλα γύρω σκοτεινιάζουν. Υπάρχουν ήδη κι άλλα πράγματα που ετοιμάζονται στο πεδίο της γραφής, οπότε νιώθω ότι αυτό το ταξίδι μόλις ξεκινά.
-Έχεις στο συρτάρι κι άλλα έτοιμα σενάρια για ταινία ή θεατρικά κείμενα;
Ναι, υπάρχουν ιδέες, σενάρια και κείμενα που δουλεύονται ή περιμένουν τη σωστή στιγμή για να προχωρήσουν. Πάντα γράφω, πάντα σκέφτομαι το επόμενο βήμα. Κάποια σχέδια είναι πιο ώριμα, κάποια άλλα βρίσκονται ακόμα στη φάση της αναζήτησης. Μου αρέσει να έχω υλικό που εξελίσσεται, γιατί έτσι νιώθω ότι η δημιουργική διαδικασία δεν σταματά ποτέ.
-Η εμπειρία σου στην τηλεόραση ποια είναι;
Η τηλεόραση είναι ένα μέσο με εντελώς διαφορετικό ρυθμό και απαιτήσεις από τον κινηματογράφο, και αυτή η εμπειρία είναι πολύτιμη. Έχω δουλέψει ως συνσκηνοθέτης στην Τούρτα της Μαμάς με τον Αλέξανδρο Ρήγα, μια συνεργασία που μου έδωσε πολλά. Η τηλεόραση σε μαθαίνει να λειτουργείς με ακρίβεια, πειθαρχία, ταχύτητα και συνεχή εγρήγορση. Ταυτόχρονα, σε φέρνει πολύ κοντά στην έννοια της ομάδας, γιατί όλα πρέπει να δουλεύουν συντονισμένα και με συνέπεια. Είναι μια εμπειρία που με έχει εξελίξει και δημιουργικά και πρακτικά.
-Αν σκηνοθετούσες μία τηλεοπτική σειρά, θα προτιμούσες να είναι κωμωδία ή δράμα;
Μάλλον θα με τραβούσε περισσότερο το δράμα, ίσως γιατί εκεί νιώθω ότι μπορώ να εμβαθύνω περισσότερο στους χαρακτήρες και στις εσωτερικές τους συγκρούσεις. Από την άλλη, δεν υποτιμώ καθόλου την κωμωδία — είναι πολύ απαιτητικό είδος και θέλει μεγάλη ακρίβεια. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω, θα έλεγα δράμα με έντονα ανθρώπινα και ψυχολογικά στοιχεία.

-Πώς είναι η καθημερινότητά σου;
Η καθημερινότητά μου κινείται σχεδόν πάντα γύρω από τη δουλειά, τη σκέψη, τη γραφή και την προετοιμασία των επόμενων βημάτων. Ακόμα και όταν φαίνεται ότι ξεκουράζομαι, στην πραγματικότητα παρατηρώ, καταγράφω, φιλτράρω πράγματα. Προσπαθώ, βέβαια, να κρατώ ισορροπίες, να βρίσκω χρόνο για τους ανθρώπους μου και για στιγμές ηρεμίας, γιατί αυτές είναι απαραίτητες για να συνεχίσεις να δημιουργείς.
-Ο έρωτας τι ρόλο παίζει στη ζωή σου;
Ο έρωτας παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, όχι μόνο ως συναίσθημα, αλλά ως κινητήρια δύναμη. Είναι ενέργεια, έμπνευση, ανατροπή, φως, αλλά και σύγκρουση καμιά φορά. Ο έρωτας σε φέρνει πιο κοντά στον εαυτό σου, γιατί σε απογυμνώνει. Και νομίζω ότι κάθε άνθρωπος που δημιουργεί, με έναν τρόπο ερωτεύεται αυτό που κάνει, αλλιώς δεν μπορεί να το υπηρετήσει αληθινά.
-Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σου σχέδια;
Υπάρχουν αρκετά πράγματα που ετοιμάζω και με ενδιαφέρουν πολύ. Με απασχολεί πάντα το επόμενο κινηματογραφικό βήμα, αλλά και η εξέλιξη έργων που αφορούν το θέατρο και τη συγγραφή. Θέλω κάθε νέο πρότζεκτ να έχει λόγο ύπαρξης και να κουβαλά μια αλήθεια. Αυτό είναι το βασικό μου κριτήριο. Να προχωρώ μόνο σε ό,τι νιώθω ότι έχω πραγματικά ανάγκη να πω.






































Σχόλια για αυτό το άρθρο