
Η Χριστίνα Πολίτη ήταν καλεσμένη στην εκπομπή “Στούντιο 4” που παρουσιάζουν η Νάνσυ Ζαμπέτογλου και ο Θανάσης Αναγνωστόπουλος στην Ερτ1 και μίλησε εφ’ όλης της ύλης με χιούμορ και ειλικρίνεια.
«Δεν μεγάλωσα σε μεγαλοαστικό σπίτι, αλλά από κανονικούς ανθρώπους στην Αθήνα, στο κέντρο. Εντάξει, είμαι από ένα σπίτι στο Κολωνάκι, αλλά δεν είμαι η “Μαντάμ Σουσού”. Είμαστε κανονικοί άνθρωποι, καλή οικογένεια. Με πολλή αγάπη μεγάλωσα και με έναν μπαμπά που ήταν σαν μάνατζερ, με έκανε πολύ ανεξάρτητη και με μεγάλωνε λίγο σαν αγόρι. Μου άρεσαν πάντα οι σαχλαμάρες. Με μια θεία μου διαβάζαμε όλη μέρα περιοδικά Jours de France και κουτσομπολεύαμε. Η μαμά μου ήταν στα καλλιστεία, πάντα πήγαινα προς το ελαφρύ. Είχα αυτή τη ροπή. Και όταν έβγαινα μου έλεγε ο μπαμπάς μου “τι θα γίνεις; Θα γίνεις μπουζουξού ή λουλουδού; Τι θα γίνεις; Ή θα γυρνάς με τα γαρίφαλα;” Και τελικά δεν με είδε επειδή τον έχασα, αλλά έκανα μια δουλειά που με πληρώνουν για να βγαίνω. Ο μπαμπάς μου ήταν άρρωστος από τότε που ήμουν 16 χρονών. Δηλαδή από τότε, ενώ ήμασταν πολύ αγαπημένοι, ήταν σαν να είχαμε μία έτσι θανατική ποινή αυτό. Άμα σου λένε «ξέρεις, θα ζήσεις 10 χρόνια το μάξιμουμ», αρχίζει και αλλάζει η ιστορία. Εκεί πήρα τα ηνία εγώ και πήγαινα στα νοσοκομεία, έμαθα τα πάντα. Εκεί άλλαξε και η νοοτροπία μου στη ζωή. Δεν έπαιρνα ποτέ πολύ σοβαρά τα πράγματα. Έβλεπα τα μετρούσα τελείως διαφορετικά όλα. Τον έχασα όταν ήμουν 25. Πριν τις δουλειές, ’93. Πήγα στο Λονδίνο για να σπουδάσω Αρχιτεκτονική. Έκανα δύο χρόνια και έκανα και σπίτια, έκανα τα πάντα. Γνώρισα τον άντρα μου και πήγα στην Ελβετία και έμεινα, γιατί δούλευε εκεί. Αλλά, ξέρεις, δεν ήθελα να παντρευτώ, απλά επειδή ήμουν πολύ δεμένη με τη μαμά μου και τον μπαμπά μου, είχα την ανασφάλεια ότι θα μείνουμε οι δύο. Ήταν μια κίνηση ανασφάλειας να αποκτήσω ένα παιδί. Ήθελα να αναπληρώσω το κενό, παρόλο που ο γονιός ήταν ζωντανός. Μου στοίχησε πάρα πολύ ο θάνατος του μπαμπά μου. Αλλά, ξέρεις, τα παίρνω όπως είναι τα πράγματα. Υπάρχουν και πάρα πολύ χειρότερα πράγματα. Είναι μες στη ζωή αυτό. Οπότε, ξέρεις, το φιλοσόφησα και έλεγα “ωραία, να είμαστε καλά και να περνάμε ωραία”, ξέρεις… Όχι να περνάμε ωραία, σαν να είμαστε αναίσθητοι. Γι’ αυτό δεν είχα ιδιαίτερες φιλοδοξίες σε καριέρες»
«Ρωτάω το Chat GPT για όλα, μου το ‘χε πει και ο Boy George αυτό. Οπότε του βάζω τα πάντα μέσα στο μπλέντερ και με καθοδηγεί το Chat GPT. Τίποτα, “μη μιλάς, τίποτα” μου είπε και “όταν σε ρωτήσουν στην εκπομπή για την Άννα Βίσση, πρέπει να χαμογελάσεις”. Πρέπει, λέει, να χαμογελάσω διακριτικά και να ρίξεις ένα επίπεδο… απαντάει και κάτι τρομερές βλακείες! Λοιπόν, ίδωμεν. Τα συναισθήματα και τα αισθήματα για τους ανθρώπους μου είναι καταγεγραμμένα και τα ξέρουν όλοι. Δεν αλλάζουν από τη μία μέρα στην άλλη… Ανοίγουμε την παρένθεση και την κλείνουμε αργότερα γιατί… έχει ο καιρός γυρίσματα, που το λέει κάποια άλλη τραγουδίστρια. Είμαι συναισθηματικός άνθρωπος, αλλά δεν γράφουν πάνω μου τα πράγματα που μπορούν να ξεπεραστούν. Αυτά που με στενοχωρούν είναι αυτά που δεν μπορώ να τα αντιμετωπίσω. Θέματα υγείας, θέματα με τα παιδιά μου και όλα αυτά δεν μπορώ να τα αντιμετωπίσω πια γιατί έχω χάσει φίλους μου»
«Μ’ έχεις δει με κοσμικές παρέες; Επιλέγω τους αυθεντικούς ανθρώπους για να κάνω παρέα ή αυτούς που έχουνε κάτι να με τραβήξει. Οι άνθρωποι που έχουν ταλέντο ή που προβάλλονται, έχουν τελείως διαφορετική φόρα από έναν κοινό θνητό. Είναι ανάλογα πόσο θέλεις, γιατί μετά μπορεί να σε πούνε “groupie”, μπορεί να σε πούνε ότι είσαι ακόλουθος, κατάλαβες; Δεν μπορούν… Ο μέσος κόσμος που τους θαυμάζει δεν καταλαβαίνει ότι μπορεί να χρειαστούν και ανθρώπους που είναι κανονικοί δίπλα τους, καταλαβαίνεις; Στις φιλίες είναι τελείως αλλιώς. Δεν έχω κανένα ανταγωνιστικό στοιχείο, ποτέ! Θυμάμαι, μικρή ήμουνα στο κολυμβητήριο και κάναμε αγώνες. Ήμουνα πολύ καλή. “Παιδιά δεν με ενδιαφέρει να βγω πρώτη”, έλεγα στους αγώνες του κολυμβητηρίου. “Δεν με ενδιαφέρουν καθόλου οι αγώνες. Κολυμπήστε. Δηλαδή νικήστε εσείς”, τους τόνιζα»
«Έγινα viral γι’ αυτό ήρθα! Τώρα που είμαι viral… Είναι μία εποχή που συμβαίνουν πολλά πράγματα, τα οποία τα βλέπω πάλι σαν να συμβαίνουν σε κάποιον άλλον άνθρωπο και θα συμβούλευα αυτόν να μη μιλάει γι’ αυτά. Επίσης, ο manager μου, ο γιος μου, μου έχει πει να μη μιλάω για τα προσωπικά θέματα. Αλλά είναι μία εποχή που είμαστε και όλοι πολύ πιο εκτεθειμένοι. Όταν σου συμβεί αυτό και είσαι viral, παίρνεις τους φίλους σου και λες “τι θέλετε να ανεβάσω story; Παιδιά, να διαφημίσουμε τώρα, όλοι έχουν μπει…”. Εν τω μεταξύ, δεν μπορείς να βάλεις τίποτα, γιατί όλα παρερμηνεύονται. Δηλαδή οποιοδήποτε τραγούδι και κινήσεις. Οτιδήποτε θα ερμηνευτεί ότι είναι για αυτό το θέμα. Και λες “Όταν είσαι viral τι κάνεις;”. Είπα “ας πάω σε μια ωραία εκπομπή, να μιλήσω με τους φίλους μου, να ξανακάνω ένα μικρό comeback”. Παρερμηνεύονται όλα. Είχα πάει στην κηδεία της Μαρινέλλας και έβλεπα τον κόσμο και παρατηρώ πάρα, πάρα πολύ τον κόσμο. Και στην περίοδο αυτή που ζούμε που νομίζω ότι οι διαφορές που υπάρχουν είναι τρομερές, υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα. Και βλέπεις και τους ανθρώπους που σου λένε “πω πω πως γλείφουνε”, βλέπεις την ανάγκη των ανθρώπων. Έκανα ως παλιά κοσμικογράφος, μία γενική παρατήρηση. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν υπερβολές. Τώρα συνήθως είναι χειρότερες οι υπερβολές. Κοίτα, τώρα με το Instagram που έχει γίνει όλη η ζωή μας μία κοσμική στήλη, βλέπεις ξαφνικά την ανάγκη όλων των ανθρώπων να αποτυπωθούν όσο ωραίοι, καταπληκτικοί… Και είναι πολύ πιο θλιβερό αυτό, να βλέπεις ανθρώπους που δεν έχουν χρήματα να κάνουν τους πλούσιους, να ποζάρουν όλοι σε ιδιωτικά αεροπλάνα, να τους βλέπεις να τρώνε και να δούμε τι φάγανε. Δηλαδή αυτό που κάναμε τότε ήτανε το μίνιμουμ: το να βάλεις κάποιον που είχε εκτεθεί έξω σε ένα γεγονός που έχει βάλει τα καλά του. Και εδώ πέρα μιλάμε ότι τελικά ίσως είναι η ανάγκη του ανθρώπου να περάσει από αυτή τη ζωή και να αφήσει ένα αποτύπωμα ότι “υπήρξα, ήμουν κι εγώ εδώ… Δείτε με, είμαι πανέμορφη, με φίλτρα”, κατάλαβες; Αυτό νομίζω ότι πλέον είμαστε όλοι κοσμικογράφοι του εαυτού μας»
Δείτε παρακάτω ολόκληρη τη συνέντευξη:











































Σχόλια για αυτό το άρθρο