
Σε μία εποχή όπου το θέατρο συχνά παρασύρεται από την ευκολία της εικόνας και τον επιφανειακό εντυπωσιασμό, η παρουσία του Φοίβου Σαμαρτζή έρχεται να υπενθυμίσει πως η αληθινή τέχνη γεννιέται μέσα από την καλλιέργεια, την εσωτερική αναζήτηση, τη βαθιά μελέτη και κυρίως την ανάγκη για ουσία. Απόφοιτος του ιστορικού Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν, με πολύπλευρη παιδεία στη σκηνοθεσία, τον κινηματογράφο, τη φωτογραφία και τη μουσική τεχνολογία στο Ιόνιο πανεπιστήμιο, αποτελεί έναν από τους πλέον ανήσυχους και χαρισματικούς δημιουργούς της νέας γενιάς, έναν άνθρωπο που προσεγγίζει το θέατρο όχι ως μέσο προβολής, αλλά ως πράξη πνευματική και βαθιά ανθρώπινη. Ο Φοίβος Σαμαρτζής διαθέτει μία σπάνια για την ηλικία του ωριμότητα, έναν εσωτερικό κόσμο γεμάτο ιδανικά, αρχές και αξίες που μοιάζουν να προέρχονται από άλλες εποχές- εποχές όπου η συνέπεια, η αισθητική, η πίστη στον άνθρωπο και ο ιδεαλισμός αποτελούσαν τρόπο ζωής. Με βαθιά αγάπη για την οικογένεια, την οποία θεωρεί θεμέλιο διαμόρφωσης της προσωπικότητας, κουβαλά μία ευγένεια ψυχής και μία ποιότητα χαρακτήρα που αντικατοπτρίζονται αυτούσιες και στη δουλειά του! Η καλλιτεχνική του πορεία δεν βασίζεται σε εύκολες λύσεις ή σε επιφανειακές προσεγγίσεις- αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από πειθαρχία, στοχασμό και ουσιαστική αφοσίωση στην τέχνη του θεάτρου… Ως σκηνοθέτης, ξεχωρίζει για τη λεπτοδουλεμένη ματιά του, για τη βαθιά ψυχογραφική προσέγγιση των ηρώων και για την ικανότητά του να δημιουργεί παραστάσεις με εσωτερικό ρυθμό, ατμόσφαιρα και συναισθηματική ένταση. Αναζητά πάντοτε την αλήθεια πίσω από τις λέξεις και αντιμετωπίζει κάθε έργο με σεβασμό σχεδόν ιερό απέναντι στο συγγραφέα, χωρίς να παραβλέπει ούτε τις πιο λεπτές δραματουργικές αποχρώσεις. Η δουλειά του χαρακτηρίζεται από ακρίβεια, λεπτομέρεια και υψηλή αισθητική, ενώ διαθέτει το σπάνιο χάρισμα να χτίζει σκηνικούς κόσμους που δεν κραυγάζουν, αλλά διεισδύουν αθόρυβα και ουσιαστικά στην ψυχή του θεατή… Ιδιαίτερη σημασία έχει η συνεργασία του με τον σπουδαίο Δημήτρη Kαταλειφό στο έργο του William Luce ”John Barrymore” που παίζεται στο θέατρο Άνεσις, μια συνεργασία που φανερώνει όχι μόνο την καλλιτεχνική του αξία αλλά και την εμπιστοσύνη που μπορεί να εμπνεύσει σε κορυφαίους ανθρώπους του θεάτρου! Μέσα από αυτή τη συνάντηση, ανέδειξε με ευαισθησία και βαθιά κατανόηση την τραγικότητα, τη λάμψη και την ανθρώπινη διάσταση του εμβληματικού Τζον Μπάριμορ, αποδεικνύοντας ότι διαθέτει ήδη σκηνοθετική ωριμότητα και θεατρικό ένστικτο σπάνιο για δημιουργό της γενιάς του. Παράλληλα, ως ηθοποιός, αντιμετωπίζει την υποκριτική σαν μία σχεδόν μυσταγωγική διαδικασία, μία βύθιση στην ψυχοσύνθεση ενός άλλου ανθρώπου. Αυτή ακριβώς η διπλή του ιδιότητα- του ηθοποιού και του σκηνοθέτη- του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται το θέατρο σφαιρικά και ουσιαστικά, να αφουγκράζεται βαθύτερα τον εσωτερικό παλμό κάθε ρόλου και να δημιουργεί με αλήθεια, ενσυναίσθηση και καλλιτεχνική καθαρότητα. Ο Φοίβος Σαμαρτζής είναι ένας δημιουργός που δεν επιδιώκει να κάνει θέατρο επιδεικτικό ή διδακτικό. Επιθυμεί να δημιουργεί έργα που αφήνουν αποτύπωμα, που γεννούν συναίσθημα, που συνομιλούν ουσιαστικά με τον θεατή και παραμένουν μέσα του σαν μια σιωπηλή αλλά πολύτιμη ανάμνηση…Και αυτό ακριβώς είναι που τον καθιστά μια από τις πιο ελπιδοφόρες, ποιοτικές και ουσιαστικές παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου- έναν καλλιτέχνη με σπάνιο ήθος, βαθιά καλλιέργεια και ένα μέλλον που προμηνύεται εξαιρετικά σημαντικό!

– Πώς μπήκε η καλλιτεχνία στη ζωή σου;
Μεγάλωσα σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον. Όλοι λίγο πολύ είτε ασχολούνταν οι ίδιοι ή ήταν λάτρεις των τεχνών. Οι γονείς μου είναι και οι δύο καλλιτέχνες, ο πατέρας μου μουσικός και η μητέρα μου γραφίστρια. Ως μοναχοπαίδι, από πολύ μικρό με έπαιρναν παντού μαζί τους και με αφήναν να «αναμειγνύομαι» με ό,τι έκαναν. “Έπαιζα” κι εγώ σε αυτόν τον κόσμο, συμμετείχα ενεργά. Ήταν ο φυσικός μου χώρος.
– Υποκριτική ή σκηνοθεσία;
Είναι δύσκολο να διαλέξω. Το ένα εμπεριέχεται στο άλλο. Ως σκηνοθέτη με παθιάζει η δημιουργία! Το να ξεκινώ από το μηδέν και να χτίζω έναν ολόκληρο κόσμο πάνω στο τετράγωνο τερέν της σκηνής. Να παίρνω το κείμενο και να το ζωντανεύω. Από την άλλη ως ηθοποιός είναι μαγικό το να πλάθεις το ρόλο να βυθίζεσαι, να ζεις τη ζωή ενός άλλου, ν’ αναλύεις την ψυχοσύθεση του, να υιοθετείς τα βιώματα του να ακουμπάς το συναίσθημά του και να ακολουθείς το χαρακτήρα στη δική του πορεία εντάσσοντάς τον στη λειτουργία της παράστασης. Είναι εκείνη η στιγμή που κάνεις πέρα το «εγώ» και διηγείσαι από σκηνής την ιστορία του στον θεατή, με τη φωνή και το σώμα σου. Η σκηνοθεσία λειτουργεί έμμεσα,η υποκριτική πιο άμεσα αλλά και οι δύο υπηρετούν τον ίδιο σκοπό!
– Τι είναι η σκηνοθεσία για εσένα;
Θα δανειστώ τη ρήση ότι η σκηνοθεσία είναι η τέχνη να κάνεις τους άλλους να πιστέψουν στο ίδιο όνειρο. Να παίρνεις λέξεις, μουσικές, ήχους, σιωπές, ανθρώπους, φώτα, αντικείμενα να τα συνθέτεις, να τα ενώνεις έτσι ώστε να γεννηθεί ένας καινούργιος κόσμος πάνω στη σκηνή. Είναι μια πράξη βαθιά συναισθηματική αλλά και ταυτόχρονα τεχνική, απόλυτη ακρίβεια μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Η σκηνοθεσία είναι διήγηση. Πως θα πεις την ιστορία στον κόσμο, πως ακουμπάς το έργο στα χέρια του θεατή…

– Πώς αισθάνθηκες που σκηνοθέτησες το μεγαθήριο του θεάτρου Δημήτρη Καταλειφό στο έργο ”John Barrymore”;
Ο Δημήτρης Καταλειφός ήταν πάντα ίνδαλμά μου, είχα όνειρο να τον γνωρίσω από τότε που ξεκίνησα να βλέπω θέατρο. Η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να συνεργαστούμε για πρώτη φορά στο Studio Μαυρομιχάλη στο «Να ακούς το χιόνι να πέφτει» του Raymond Carver. Από τότε έχει αναπτυχθεί ανάμεσά μας μια σχέση αμοιβαίας αγάπης, εκτίμησης, εμπιστοσύνης και συνεργασίας που μας οδήγησε στο να ανεβάσουμε με πολλή αγάπη το «Barrymore». Ήταν τεράστια η χαρά μου λοιπόν να έχω στη διάθεσή μου τον αγαπημένο μου ηθοποιό, για να ενσαρκώσει και να αφηγηθεί την πραγματική ιστορία του εμβληματικότερου Αμερικανού ηθοποιού Τζον Μπάριμορ, που τόσο έχω λατρέψει!
– Σύστησε στο κοινό τον συγγραφέα William Luce.
Τον William Luce τον γνώρισα μέσα από το «Barrymore». Είναι το magnu mopus του. Έχει αφιερωθεί σχεδόν αποκλειστικά στο θεατρικό μονόλογο και τη μελέτη υπαρκτών προσώπων και τη δημιουργία θεατρικών πορτρέτων. Το ‘’Barrymore’’ το θεωρώ «εξαιρετικό» έργο με όλη τη σημασία της λέξης! Έχει απίστευτα έξυπνη γραφή, αφήγηση και αφαίρεση· χωρίς να χάνει τα βιογραφικά στοιχεία του Τζον Μπάριμορ, μιλά ταυτόχρονα για κάθε ηθοποιό ή και για κάθε άνθρωπο που παλεύει να δημιουργήσει, να αντέξει, να συνεχίσει. Έτσι το έργο απλώνεται κοινωνικά και δεν αφορά αποκλειστικά τον ηθοποιό αλλά αγγίζει κάθε άνθρωπο που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια τέτοια συνθήκη φήμης και απώλειας. Η χρήση της γλώσσας, το χιούμορ, η ποίηση και η εφυέστατη ένταξη συγκεκριμένων αποσπασμάτων του Σαίξπηρ δίνουν το στίγμα ενός πολύ καλού και μελετημένου συγγραφέα που παράλληλα σέβεται τα βιογραφικά στοιχεία των ανθρώπων που πραγματεύεται!..
-Είναι πιο δύσκολη η σκηνοθεσία ενός μονολόγου από ένα πολυπρόσωπο έργο;
Το καθένα έχει τη δυσκολία του. Όλα χρειάζονται μελέτη, ακρίβεια, λεπτομέρεια και προσήλωση. Είμαι λάτρης των μονολόγων· νιώθω ότι αφήνουν μεγαλύτερα περιθώρια για ρομαντισμό, για παύσεις, για συναισθηματικές συνωμοσίες με το θεατή, για εκείνη τη στιγμή που ο ηθοποιός σε κοιτάει στα μάτια και σου μιλάει κατευθείαν στην ψυχή. Από την άλλη, ένα πολυπρόσωπο έργο σου δίνει τη δυνατότητα μεγαλύτερης σκηνικής δράσης και μιας πιο σύνθετης δυναμικής δημιουργίας ανάμεσα στους ηθοποιούς. Δεν μπορούμε να γενικεύσουμε. Μπορεί ένας μονόλογος να είναι εκατό φορές πιο δύσκολος να στηθεί από ένα μιούζικαλ με τριάντα άτομα θίασο και φυσικά το αντίστροφο…
– Ποια είναι η σκηνοθετική σου γραμμή; ”Πειράζεις” τα έργα ή τα αφήνεις στο κλίμα και στις υποδείξεις του εκάστοτε συγγραφέα;
Δεν συνηθίζω να πειράζω τα έργα. Άλλωστε, αν θέλω να τα πειράξω, γιατί να τα επιλέξω; Γιατί να συμφωνείς να πεις τα λόγια του κειμένου, αλλά να παραλείπεις τις παρενθέσεις του συγγραφέα και τις σκηνικές οδηγίες που με τον ίδιο μόχθο γράφτηκαν; Σίγουρα κάθε σκηνοθέτης περνάει το έργο μέσα από τα δικά του φίλτρα, εστιάζει και υπογραμμίζει διαφορετικά σημεία. Όμως, προσπαθώ να συνομιλώ με τον συγγραφέα και ακολουθώ αυτή την «υπόγεια»διαδρομή που συνήθως παρέχεται στο έργο του. Για μένα αυτό είναι σχεδόν ιερό. Είναι σαν να κάνω μια άτυπη συμφωνία με τον συγγραφέα. Ότι αναλαμβάνω να μεταφέρω το έργο του και γίνομαι ο διάμεσος ανάμεσα σε εκείνον και τον θεατή.
– Ποιο ρόλο στη διαμόρφωσή σου έπαιξε η οικογένειά σου;
Η οικογένεια, για μένα, παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας! Είναι το πρώτο περιβάλλον που σε καθορίζει ουσιαστικά. Στη δική μου περίπτωση, η οικογένειά μου, μού άνοιξε ορίζοντες από πολύ νωρίς. Μου έδωσε απλόχερα καλλιτεχνικά ερεθίσματα, με έβαλε μέσα σε έναν κόσμο δημιουργίας και έκφρασης και, κυρίως, στάθηκε δίπλα μου σε κάθε βήμα, με στήριξη και εμπιστοσύνη. Νομίζω ότι αυτό το «έδαφος» είναι που σου επιτρέπει μετά να προχωρήσεις, να ρισκάρεις και να γίνεις αυτό που θέλεις, χωρίς φόβο κι αναστολές.

– Με τη μουσική πώς ασχολήθηκες;
Εκτός από τον πατέρα μου, και η αδελφή της γιαγιάς μου -καθηγήτρια μουσικής- έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μουσική μου παιδεία. Διέκρινε κάποιες δυνατότητες κι επέμενε να μου μάθει πιάνο από μικρή ηλικία. Την ευχαριστώ πολύ, γιατί έβαλε τα θεμέλια για να γίνω αυτό που είμαι σήμερα. Στη συνέχεια πήγα σε μουσικό σχολείο και κάπου εκεί η μουσική έπαψε να είναι απλώς ένα μάθημα και έγινε τρόπος σκέψης μου για πάντα.
– Τι θα άλλαζες στον κόσμο αν σου δινόταν η ευκαιρία;
Μεγάλη κουβέντα… Θα απαντήσω κυρίως σε αυτό που με ενοχλεί στην εποχή μας. Η έλλειψη αξιών, ινδαλμάτων, στόχων… Θεωρώ ότι σήμερα δεν έχουμε πρότυπα… Όλα μοιάζουν να λειτουργούν σε μια μόνιμη επιφυλακή, με μια διάχυτη ματαιότητα. Είμαι λάτρης των παλαιότερων εποχών. Ξέρω πολύ καλά ότι είχαν τα δικά τους, σοβαρά κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, όμως με συγκινεί αυτό που έχει μείνει σαν αίσθηση από τότε. Μια αφέλεια, μια ελπίδα, μια διάθεση για όνειρο, στόχους και εξέλιξη. Ένας κόσμος που χόρευε, άκουγε μουσική, ερωτευόταν με πάθος, χωρίς υπολογισμό. Που στόχευε σε κάτι καλύτερο. Σήμερα νιώθω ότι υπάρχει και μια απάθεια, ένας ωχαδερφισμός, ένα βόλεμα που εμένα δεν μου ταιριάζει καθόλου…
-.. Στο θέατρο;
Στο ελληνικό θέατρο; Άλλη μεγάλη κουβέντα. Θα αποφύγω να απαντήσω για τις συνθήκες εργασίας μας και πολιτειακής αναγνώρισης της δουλειάς μας. Άλλωστε,λίγο πολύ σωματειακά βρισκόμαστε σε μια περίοδο ανακατατάξεων και διεκδικήσεων. Θα απαντήσω όμως για την καλλιτεχνική του πλευρά και θα πω ότι θα ήταν εγωιστικό ένας καλλιτέχνης να αποφασίσει και να δηλώσει τι θα άλλαζε. Ο καθένας λειτουργεί καλλιτεχνικά, σύμφωνα με τη δική του αντίληψη και το δικό του όραμα. Εγώ κάνω θέατρο με τον τρόπο που επιλέγω και δεν θέλω να τον αλλάξω. Παράλληλα, αναγνωρίζω και την ανάγκη ύπαρξης διαφορετικών φωνών έκφρασης. Με κάθε μου δουλειά πάω προς τα εκεί που θεωρώ ότι με εκφράζει. Η τέχνη είναι η επιτομή της ελευθερίας της έκφρασης, δεν έχει νόημα να ορίσουμε τι είναι σωστό και τι λάθος και να τη φυλακίσουμε σε νόρμες και πλαίσια.
– Τι επιζητείς και τι αναζητείς στη δουλειά σου και στη στάση ζωής σου;
Την ουσία! Να κάνω το θέατρο που με αφορά πραγματικά και που μπορεί να δώσει κάτι στον θεατή, είτε αυτό είναι μια σκέψη, ένα συναίσθημα ή απλώς δύο ώρες «βύθισης»μέσα σε μια καλή ιστορία. Μου λείπει η απλή, καθαρή διήγηση από το θέατρο. Να χαθείς για λίγο σε έναν άλλο κόσμο και να αφεθείς πραγματικά σε αυτόν. Δεν με ενδιαφέρει ένα θέατρο που κουνάει το δάχτυλο… Πιστεύω,όμως, ότι όταν μια δουλειά είναι προσεγμένη και μια ιστορία λέγεται σωστά, τότε ο θεατής έτσι κι αλλιώς κάτι θα πάρει φεύγοντας μαζί του. Κάτι θα νιώσει, κάτι θα μείνει μέσα του και θα ανθίσει στο χρόνο του…
– Έχεις καλοκαιρινά σχέδια;
Τα καλοκαίρι θα κάνω πρόβες για το χειμώνα, αλλά ακόμα δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό.











































Σχόλια για αυτό το άρθρο